Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Ηχώ


Μπαίνεις μέσα. Δεν έχει πολύ φως, καλό αυτό. Ακούγεται το ‘Α million miles away’ από Gallagher. Φτιαχτό το σκηνικό. Μικρό το μαγαζί αλλά άδειο, οπότε δεν έχεις πρόβλημα να βρεις να κάτσεις. Πάντα μακριά από το μπαρ ώστε να αποθαρρύνεις τυχόν συζητήσεις με τον μπάρμαν ή όποιον άλλον. Είσαι ήδη ένα εκατομμύρια μίλια μακριά που ουρλιάζει και ο Rory. Αααα ο τύπος έχει κέφια! Τώρα έβαλε το ‘I got the blues’ από Stones. Μάλλον του έδωσες λίστα και δεν το κατάλαβες. Έρχεται ο μάγκας, του λες μια μεγάλη μπύρα(έτσι κι αλλιώς λεφτά γιοκ, θες και να φας μετά οπότε κρατάς και 5 ευρώ από το 10ευρω που σου έχει μείνει για το μήνα), και περιμένεις. Κοιτάς λίγο απ’ έξω, όπου βέβαια δεν περνάει κανείς αλλά σιγά, δεν περιμένεις και κανέναν, σωστά; Κάποτε έρχεται και η μπύρα και αρχίζεις να πίνεις λες και είναι νερό. Ξέρεις πως όσο πιο γρήγορα την πιείς, τόσο πιο καλά θα σε πιάσει αν και, με τη διάθεση σου, σκέφτεσαι, και ένα σφηνάκι φτάνει. Τώρα λέει βαριές κουβέντες όμως ο μπάρμαν και βάζει ‘Five string blues’, από Buchanan προφανώς, και σκέφτεσαι πως άμα πάει έτσι η βραδιά θα σε βρουν πουθενά με κομμένη τη φλέβα. Και φυσικά πάει η μπύρα. Μέχρι να μπει η φωνή του Roy, έχεις πάρει κι άλλη. Να πάει να γαμηθεί το φαί, εδώ μιλάμε για δουλειά μαλάκα. Έχεις αρχίσει ήδη να το χάνεις, κατεβάζεις με προσπάθεια το χέρι σου που κάνει ότι παίζει το σόλο της κιθάρας(που και να θελες κακομοίρη…), και κοιτάς γύρω σου με ενοχή, αλλά κανείς, ευτυχώς, δεν σου δίνει σημασία από τα 3 άτομα που είναι εκεί. Και εκεί που πας να αρχίσεις με σθένος τη δεύτερη και τελευταία σου(δυστυχώς) μπύρα, έρχεται το ‘Whiskey in the jar’, και από Thin Lizzy μάλιστα, και σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί να υπάρχουν μαγαζιά που παίζουν διαφορετική μουσική από αυτή. Σκατά ρε φίλε δεν υπάρχει πιο καλή μουσική από το κλασικό ροκ, γαμώ. Όλο λες πως όχι και τα άλλα είδη είναι καλά, πως όλα έχουν τα καλά τους αλλά όχι. Τέτοιο πράγμα δεν νιώθεις με άλλα πράγματα γαμώ την πουτάνα. ‘Money cant save your soul’ σου φωνάζουν οι Savoy Brown, κι εσύ θυμάσαι τον καιρό που αφιέρωνες κάτι τέτοια εξυπνακίστικα για να το παίξεις έξυπνος, μέχρι που έμεινες με το πουλί στο χέρι. Της πούτσας είσαι φίλε. Ο μπάρμαν σε κοιτάει περίεργα, και αναρωτιέσαι γιατί, μέχρι που συνειδητοποιείς πως η μπύρα που πίνεις, έχει χυθεί όλη στην μπλούζα σου ενώ εσύ τραγουδάς ταυτόχρονα: «come back and leave it aaaaaaaaaaaallbehiiiiind». Ε κάπου εκεί, τελειώνεις τη μπύρα, αποφασίζεις να πας στο σπίτι, να μπεις ίντερνετ, να λιώσεις ακούγοντας αυτά που σου θύμισαν αυτά που άκουσες και να κλαψουρίσεις σε όποιον(ή κατά προτίμηση, όποια) έχει την όρεξη να σε ακούσει. Είσαι λίγο για τον πούτσο ε;

1 σχόλιο: