Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Ανάθεμα σε, φίλτρο!



Ήταν ώρα να μιλήσω. Ε και άνοιξα το στόμα μου. Μα πριν μιλήσω θα σας δώσω ένα τραγούδι γιατί χωρίς μουσική όλοι θα πεθαίναμε. 


Ωραία τώρα που ακούμε γλυκούς ήχους (και ελπίζω να είναι βράδυ όταν το διαβάζετε) ας μιλήσουμε. Θα μιλήσω εγώ πρώτα εντάξει; Και θα πω για το ξημέρωμα. Που είναι το χειρότερο πράγμα στον κόσμο. Και για να μπούμε στο κλίμα: 


Ακούω πολλούς να χαίρονται να βλέπουν τον ήλιο να βγαίνει. Να χαίρονται που ξημερώνει και είναι εκεί για να το δουν. Που κάθονται στα μπαλκόνια τους, στις ταράτσες τους, σε πάρκα, πλατείες, παραλίες, παντού. Και βλέπουν τον ήλιο να σηκώνεται, σαν αρχηγός που είναι και να τους κοιτάει. Αλλά δεν κοιτάει απλά. Καρφώνει. Ανεβαίνει πάνω από τις δυνάμεις μας και κοιτάει με βλέμμα αδιάφορο μέχρι εκεί που φτάνει το δικό σου, και ακόμα παραπέρα μέχρι την εσχατιά του μικρού σου ορίζοντα. Και κοιτάει. Και καίει. Αχ πόσο τον μισώ.
Στην αρχή βλέπετε είναι όμορφα. Ξυπνάς το μεσημέρι και ενώ καίει, σοφά κρύβεσαι από τη σκληρή του λάμψη και περιμένεις. Σιγά σιγά φεύγει. Και σιγά σιγά ηρεμείς. Και έρχεται η νύχτα μετά. Η γαλήνια, απολαυστική νύχτα. Που δεν πονάνε τα μάτια σου όπου και να κοιτάξεις. Που δεν σε πιάνει πονοκέφαλος. Που ξέρεις ότι σε λίγο όλοι θα πάνε να ονειρευτούνε και εσύ θα βρεις λίγο χώρο και χρόνο να ζήσεις. Και έτσι γίνεται όντως. Μαζί με τον σκληρό ήλιο φεύγουν και οι αηδιαστικοί, σιχαμένοι, γεμάτοι ζωντάνια άνθρωποι που μόνο σε ενοχλούν και βρίσκεις επιτέλους ησυχία. Σταματάνε όλες οι ανούσιες εργασίες που μόνο εσένα δεν ενδιαφέρουν. Όλα μοιάζουν να χαμηλώνουν την ένταση και όλοι μοιάζουν(όσοι δεν κοιμούνται τουλάχιστον) πιο χαρούμενοι. (Ή απλά μπορεί να μην βλέπω καλά στο σκοτάδι. Δεν με νοιάζει όμως.) Και τότε συμβαίνει. Εκεί που έχει αρχίσει το όμορφο κρύο της μέσης της νύχτας, ο ανήθικος ήλιος αποφασίζει να ξανάρθει, λες και δεν έκανε αρκετό κακό την προηγούμενη μέρα.
Πρώτα αρχίζει με μια φαινομενικά αθώα αλλαγή του μαύρου σε βαθύ μπλε στην καταραμένη ανατολή. Αμέσως μετά σβήνουν οι φάροι της πόλης και αφήνεσαι να προσκρούσεις στο βράχο του πρωινού.


Πριν το καταλάβεις τα χρώματα διαδέχονται το ένα το άλλο, όχι πια σε ένα σημείο αλλά σε όλο τον ορίζοντα. Και αργά αργά(ή και όχι τόσο αργά) ο κόσμος ξυπνά. Και πέφτει όλο του το βάρος πάνω σου. Και συνειδητοποιείς ότι είναι πλέον αργά να κοιμηθείς. Θες να βάλεις τα κλάματα που δεν έχει άλλη ησυχία για σένα, που τώρα όλοι θα ξυπνήσουν κι εσύ το μόνο που θες είναι να κοιμηθείς. Θες να τρέξεις σπίτι σου, να κλείσεις τα παντζούρια σου, και να κοιμηθείς. Απλά να κοιμηθείς. Και σσσσσσσσς, να έχει ησυχία. Και αν δεν έχει δεν πειράζει, ξάγρυπνος ήσουν, νυστάζεις τόσο που δεν πειράζει. Απλά να μην ξαναδείς αυτή τη κίτρινη τιμωρία να σε κοιτάει με το φωτεινό της μάτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου