Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

4ο μέρος - Όταν μυρίζει γιασεμιά, βρίσκω και χάνω εμένα



Η πρώτη μου σκέψη όταν το είδα να σηκώνεται από το βρώμικο πάτωμα ήταν: «Χριστέ μου, έτσι φαίνομαι στα μάτια των άλλων;». Ο άνθρωπος απέναντι μου είναι παράξενος. Δεν έχει ανοίξει τα μάτια του ακόμα. Ευτυχώς. Για κάποιο λόγο δεν θέλω να τον δω να με κοιτάει. Κάθεται κουλουριασμένος στο πάτωμα σα να κρυώνει και τρέμει. Δεν τον λυπάμαι. Περιμένω. Έχω ξεχάσει εντελώς τον Καθηγητή ο οποίος, πολύ αργότερα συνειδητοποίησα, ότι έχει ήδη φύγει από το σπίτι αυτό. Δεν τον ξαναείδα φυσικά. Ούτε τον τεράστιο καθρέφτη του. Κοιτάω το κουλουριασμένο σώμα για ώρες όπως μου φάνηκε. Ξυπνάει. Σα σφαίρα περνάει η σκέψη από το μυαλό μου να φύγω και να τον παρατήσω εδώ. Τι κι αν μου μοιάζει; Είναι άλλος. Είναι ξένος. Δεν έχω καμία υποχρέωση να τον βοηθήσω, να τον γνωρίσω. Αυτές οι σκέψεις μου τριβελίζουν το μυαλό μέχρι που ανασηκώνεται και ανοίγει τα μάτια του. Στο βλέμμα του, κάθε σκέψη σταματάει. Πώς είναι όταν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και βλέπεις εσένα να κάνεις ότι κάνεις; Ε εδώ είναι το ίδιο μόνο που ο καθρέφτης κάνει τα δικά του. Τον κοιτάω στα μάτια, μόνο στα μάτια, και δεν μπορώ ούτε να κουνηθώ. Το ίδιο και αυτός. Τι παράξενο. Στο λίγο φως που υπάρχει, βλέπω την ίδια πράσινη απόχρωση που καμαρώνω τόσα χρόνια στα μάτια μου. Η πρώτη του κουβέντα: «κρυώνω». Δεν απαντάω. Έχω παραλύσει σχεδόν. Ακόμα κολλημένος στα μάτια μου, σκέφτομαι εντελώς άκυρα ότι η φωνή μου είναι για τον πούτσο. Με αυτή τη σκέψη χαμογελάω. Χαμογελάει και αυτός. Σηκώνομαι, του απλώνω το χέρι, το παίρνει με απρόσμενη δύναμη και χαμογελάει πιο πλατιά.
-Πώς σε λένε;(ρωτάει)
-Γιώργο.
-Α κι εμένα!
-Έλα σήκω να βρούμε κάτι να βάλεις.
-Εντάξει. Να σε ρωτήσω;
-Ρώτα.
-Είσαι εγώ;
-Ναι.
-Κι εγώ, εσύ;
-Ναι.
-Εντάξει. Όμορφος είμαι.
-Σκάσε.
-Εντάξει.
                Φεύγουμε από το σπίτι. Τον πάω σπίτι μου. Τον βάζω για ύπνο και ανοίγω το σημείωμα που μου άφησε ο καθηγητής πριν φύγει. «Αυτός είσαι, ελπίζω να σου αρέσεις. Μόνο ένας είναι ο περιορισμός μου. Δεν μπορείς να πειράξεις τον φιλαράκο σου για εφτά μέρες. Εφτά μέρες και μετά κάνε ότι νομίζεις. Καλή διασκέδαση!». Πάλι δεν καταλάβαινα τίποτα. Γιατί εφτά μέρες δηλαδή; Και μετά εγώ τι έπρεπε να κάνω; Θα τον άφηνα στη θέση μου; Θα τον έπαιρνα μαζί μου; Φφφφφ πολύ μπερδευτικά όλα αυτά. Και σκεπτόμενος αυτά, ξάπλωσα δίπλα μου, βολεύτηκα στη στιγμή και κοιμήθηκα. Δεν έχω ξανακάνει καλύτερο ύπνο στη ζωή μου. 

                                                                                       (τελειώνει σκάστε)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου