Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

6ο μέρος - What is love? Baby don't hurt me, don't hurt me. No more.



Ανέκαθεν μου άρεσαν οι γυναίκες. Και πάντα πίστευα ότι μου άρεσαν παραπάνω από το φυσιολογικό. Είμαι ικανός να κάθομαι να κοιτάω κοπέλες να περνάνε από μπροστά μου για ώρες. Θεωρώ ότι είναι όλες καλές και όμορφες και τις αγαπάω όλες. Και τότε τις αγαπούσα, πάντως. Εκεί καταλήγω όσο το σκέφτομαι. Ότι και σεξ που κάναμε δεν σκέφτηκα στιγμή ότι κάνω σεξ με άντρα. Σκέφτηκα ότι κάνω σεξ με μένα. Το φύλο μου και το φύλο του δεν είχαν καμία σχέση.
                Ξαπλωμένοι ξανά. Τελευταία νύχτα. Λέω τελευταία αν και κανείς δεν με αναγκάζει να το πω. Το λέω γιατί αυτό πρέπει να σταματήσει. Πρέπει να σταματήσουμε να κοιμόμαστε μαζί, να τρώμε μαζί, να μιλάμε μαζί, να ζούμε μαζί. Νομίζω πως είμαι ερωτευμένος.
                Αυτά σκεφτόμουν τότε. Ήξερα πια πως όσο και να κάνω πως δεν συμβαίνει τίποτα δεν ήταν έτσι. Και ήξερα ότι το ήξερε. Με κοίταζε συνέχεια, συνέχεια και δεν έλεγε τίποτα. Δεν χρειαζόταν.
                Γυρνάω πλευρό(στο υπερβολικά στενό κρεβάτι όπως προείπα) και τον βλέπω να με κοιτάει ξανά με τη μύτη του σχεδόν να ακουμπάει. Μπαίνει ελάχιστο φως από το παράθυρο, ίσα ίσα για να μπορέσω να δω ότι χαμογελάει. Χαμογελάω κι εγώ.
                Αν ήθελα; Τώρα αναγκάζομαι να πω ναι. Τότε θα σου έλεγα όχι, λες χαζομάρες, αυτά είναι αηδιαστικά και τέτοια. Θα έλεγα ψέμματα. Τώρα ίσως να μπορώ να πω ότι αυτή η σκέψη υπήρχε στο μυαλό μου από αρκετά πριν. Από τότε που με κοίταξε(κοίταξα) υποθέτω.
                Πέσαμε για ύπνο στις 2 και. Τώρα πρέπει να έχει πάει 5 παρά και ακόμα είμαστε στην ίδια θέση. Την ώρα την κατάλαβα από τους σκουπιδιάριδες που περνάνε από τη Θηβών τέτοια ώρα. Το άκουσε και αυτός αλλά δεν δώσαμε σημασία. Έχει περάσει κανά τέταρτο από τότε. Πάω να μιλήσω, να του πω ότι πρέπει να κοιμηθούμε(μα δεν ήθελα, όχι, καθόλου δεν ήθελα να κοιμηθούμε) μα με προλαβαίνει. Ανοίγω το στόμα μου να μιλήσω και πριν προλάβω να βγάλω ήχο είναι μπροστά μου και με φιλάει άγαρμπα και χαζά, σαν μικρό παιδί που δεν καταλαβαίνει τι κάνει και γιατί. Και ιου ιου ιου είναι περίεργα και άσχημα και όλα είναι λάθος, δεν πρέπει να γίνεται αυτό, εγώ δεν θέλω, μα τον αφήνω και μετά από λίγο βελτιώνεται μόνος του και στ’ αλήθεια ένα λεπτό πριν σβήσουν τα φώτα σκέφτομαι ότι ναι, τελικά φιλάω ωραία.
                Το επόμενο πρωί ξύπνησαμε καλά. Δεν είχα μετανιώσει(ούτε τώρα έχω μετανιώσει βασικά) και προς στιγμήν ένιωσα χαρούμενος. Αργά αργά συνειδητοποίησα τι είχε γίνει και άρχισα να πανικοβάλλομαι. Ο άλλος σήκωθηκε και κατάλαβε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί μου αλλά δεν ήξερε τι να κάνει. Αφού με ρώτησε 2-3 φορές τι συμβαίνει και αφού πήρε την στάνταρ απάντηση μου(τίποτα)και τις τρεις φορές, με άφησε ήσυχο και κοίταζε μελαγχολικά έξω από το παράθυρο. Ήταν η τελευταία μας μέρα. Αυτό σκεφτόμουν. Αυτό σκεφτόμουν και ανακουφιζόμουν. Αυτό σκεφτόμουν και τρελαινόμουν. Ακόμα και τότε, δεν ήξερα τι να κάνω. Ακόμα και τότε δεν ήμουνα έτοιμος για τίποτα. Δεν ήθελα να φύγει ποτέ. Αλλά δεν ήθελα να μείνει. Τον αγαπούσα. Τον λάτρευα. Και τον μισούσα ταυτόχρονα. Αυτός όμως μόνο μ’ αγαπούσε. Στο κάτω κάτω ήμουν ο μόνος άνθρωπος που γνώριζε. Τι άλλη επιλογή είχε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου