Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Η τέχνη του αυτοσχεδιασμού - Βασίλης Σούκας, Γραφικός



Στης Ηπείρου τα χωριά, πολεμάμε σα λιοντάρια.

Αλλά τώρα έχουμε πεθάνει όλοι.

Οι τύψεις με τρώνε ζωντανό.

Άιντε Δέλβινο και Άγιοι Σαράντα. Ώρε θα τα πάρουμε για πάντα.

Δεν τα θέλουμε όμως. Εγώ δεν τα θέλω. Τι να τα κάνω; Να λέω ότι είναι δικά μου; Να τα έχουνε αυτοί που μένουνε να χαίρονται. Και αν θέλουν εμπόριο θα κάνουμε.

Μπήκαν τα λεφτά;                                                       (κλακ! βγήκε κομμάτι)
Και να μπήκαν, πόσα θα ναι;                                       (το παίρνει)
Με 25 ευρώ δουλεύουμε,                                           (το βάζει στην άκρη)
δεν το έχει καταλάβει κανείς;                                      (τραβάει το χέρι του με δύναμη)
Είμαστε ξεφτίλες, όχι ξεφτίλες, ξεφτιλισμένοι           (κάηκε πάλι)
Ξεφτιλιζόμαστε κάθε μέρα.                                        (κλείνει γρήγορα την πόρτα)
Χτες έφτιαξα μια παλέτα που μπορεί να κοστίζει       (να βγει το επόμενο)
όταν πουληθεί μέχρι και 400 ευρώ                             (κόβει τη μπουκαδούρα)
Σε ένα 8ωρο.                                                               (το αφήνει δίπλα να κρυώσει)
Δεν το λέω για κατόρθωμα.                                (δεν μπορεί να μπει έτσι στην κούτα)
Και εγώ για αυτό το 8ωρο πήρα 25 ευρώ.                  (τέλειωσε την κούτα)
Το υλικό να έκανε πόσο;                                             (κλακ! βγήκε κομμάτι)
50 ευρώ;                                                                      (τώρα πρέπει να κάνει γρήγορα)
Και της μηχανής;                                               (να κλείσει την κούτα, να βάλει ετικέτα)
Άλλα 50;                                                                      (να την πάει στην παλέτα)
Το αφεντικό μου έβγαλε 300 ευρώ από μένα              (είναι και βαριά)
Κι εγώ πήγα 25.                                                           (να ανοίξει άλλη, γιατί σε λίγο…)
Εικοσιπέντε.                                                                (κλακ! πάλι κομμάτι)
Μπας και φανούν περισσότερα.                              (τώρα έχει 2 κομμάτια να ετοιμάσει)  
Και εκεί μπορεί να δουλεύουνε και 20 άτομα.            (θα προλάβει όμως)

Δεν έχει και άλλη επιλογή

Και είναι ακόμα 8.30

Θες πιο πολύ να φύγεις ή να μείνεις και να παλέψεις να πληρώνεσαι παραπάνω; Όταν γυρνάς σπίτι σου θες να παλέψεις. Όταν είσαι εκεί θες να φύγεις. Όσο πιο μακριά μπορείς. Θες να έρθουν οι γονείς σου να σου πουν ότι δε χρειάζεται να δουλέψεις άλλο, έχετε λεφτά. Κοιτάς στην πόρτα αλλά δεν έρχεται κανείς. Μόνο το αφεντικό κάποιες φορές να σου πει να κάτσεις υπερωρία. Και που να του εξηγείς ότι το πόδι σου δεν αντέχει άλλο το βάρος σου; Κι ας έχεις χάσει κιλά. Κι ας έχεις πρόβλημα στο δεξί. Κι ας πονάει το αριστερό τώρα. Μετά από 1-2 ώρες δεν έχουν καμία διαφορά.
                Έχει αλλάξει πια όλη σου η ιδέα περί ορθοστασίας. Δεν ήξερες ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Δεν ήξερες ότι μπορεί να σε αναγκάσει κάποιος να κάτσεις 8 ώρες όρθιος συνεχόμενα χωρίς διάλλειμα για νερό. Να που έκατσες όμως. Θα σου έλεγα μπράβο αλλά δεν είναι για χαρές.
                Με κάθε νέα 8ωρο που τελειώνεις οι ιδέες περί συνδικαλισμού, ταξικής πάλης και επαναστατικότητας μοιάζουν λίγο πιο γραφικές. Τώρα επιτέλους καταλαβαίνεις γιατί η εργατική τάξη παραμένει ιστορικά αδικαίωτη που λέει και ο Χάρυ Κλυν. Γιατί πεθαίνει 8ωρο το 8ωρο. Και γιατί με κάθε θάνατο πεθαίνει και η συνείδηση της και η αίσθηση δικαίου και η αίσθηση αλληλεγγύης και ο οποιοσδήποτε προβληματισμός. Αντίθετα, αναβιώνουν όλα τα ζωώδη ένστικτα επιβίωσης, μισανθωπισμού, κτητικότητας.

Μέσα στα σκάτα,
που μυαλό να σκεφτείς ότι έξω έχει
και ήλιο
και ζωή
και φίλους
και αγάπες
και λεωφορεία που περνάνε για το σπίτι σου και όχι μόνο
και δέντρα
και μπορεί και να φυσάει
και έχεις και τηλέφωνο
και φωνή
και όρεξη
και πείνα
και μίσος που αύριο θα ξαναπάς.

Γνωρίζω από πρώτο χέρι ότι κάθε εργάτης είναι και ήρωας. Γιατί κάνει κάτι που μισεί με ανυπέρβλητο πείσμα και δύναμη. Γιατί ενώ ξέρει πως πατάνε στην πλάτη του συνεχίζει να σηκώνει όλο το βάρος της σαπίλας και της εκμετάλλευσης σε ατσάλινη πλάτη. Ακούγονται όλα τόσο γραφικά. Αλλά δεν είναι. Τ’ ορκίζομαι. Και αυτός ο ήρωας, έχει τη δύναμη να καταστρέψει τον κόσμο ολόκληρο και να τον φτιάξει από την αρχή, που λένε. Αλλά τον πήραν από τόσο δα παιδί και του είπαν ότι αν είναι εργάτης είναι και κορόιδο. Γιατί; Γιατί;

Γιατί είσαι κορόιδο αγάπη μου; Όποιος σε κοροϊδεύει και σε εκμεταλλεύεται πάρτον, βάλτον στη 2 που είναι μεγάλη, βάλε το καλούπι με τα κουτιά παγωτού και βγάλε κουτιά με ανθρώπινο δέρμα. Και φάε παγωτό εκεί.

Φάε παγωτό σε κουτί που έφτιαξες εσύ, σε μηχανή που χειρίστηκες εσύ, με παγωτό που έφτιαξες εσύ και οι συνάδελφοι σου, που δεν χρειάζονται πια πρόσθεση ή καμία άλλη πράξη, φάε το παγωτό που σου ανήκει, γιατί δικό σου είναι και το παγωτό και όλα, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να το πάρεις και να το φας.

Και αν σου πουν ότι είσαι αλήτης και άδικος κι εγκληματίας δείξε τους τα καψίματα στο χέρι σου,
τα καψίματα,
τα εργατικά ατυχήματα για 20 ευρώ,
το χαλασμένο σου ποδήλατο που δεν σου φτάνει ολόκληρη δουλειά να φτιάξεις,
το ξεφτιλισμένο σου πτυχίο που είναι για πέταμα,
τα φροντιστήρια που φτιάχτηκαν για όλους εκτός από το παιδί σου απ’ ότι λένε,
το σχολείο που είναι για το παιδί σου και για αυτό είναι ένα μπουρδέλο χωρίς βιβλία,
το νοσοκομείο που σου ζήτησε γάζες και οι γιατροί του δουλεύουν 12 ώρες απλήρωτοι,
δείξε τα σε όλους και αν σε πουν ακόμα άδικο τότε δεν πειράζει, κάποιο πρόβλημα θα έχουν.

Δεν πειράζει ας γίνω γραφικός. Ο κυνισμός μόνο αυτοκτονία έχει να προτείνει. Αυτοκτονία και ξύλο.

Δεν έχω σπίτι πίσω για να ‘ρθω,
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
Δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά,
να περπατήσω μια πρωτομαγιά.

θα αποκτήσω όμως

Δεν έχω άγιο για να προσκυνώ
ούτε καντήλι σ’ άδειο ουρανό

και δε χρειάζομαι

Δεν έχω ήλιο ούτε αστροφεγγιά
να τραγουδήσω μια πρωτομαγιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου