Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Ήταν ένας δευτεροκλασάτος Μπ---------- Ξ--------. Κι αυτό είναι απλά κακό δικέ μου.



Είναι η ώρα που ο θόρυβος της πόλης καταλαγιάζει σιγά σιγά. Ώρα την ώρα παρατηρείται μια μείωση των ντεσιμπέλ, κάθε ήχος πολλαπλασιάζεται, κάθε πλήκτρο (ΤΑΚ) φωνάζει πως ο άνθρωπος μπροστά από το πισι (ΤΑΚ) είναι μόνος του. Για παρέα έχει πάντα ένα μπιτ, μια μελωδία, ένα κάτι να ακούγεται, πάντα κάτι να ακούγεται.
Αν περάσεις κάτω από το μπαλκόνι του και περιμένεις να περάσει ο θόρυβος του ενός αμαξιού ανά 2 λεπτό, θα ακούσεις κι εσύ ένα ψήγμα από τον μουσικό του υπνόσακο. Περνάνε κάποιοι και αναρωτιέται. Τον ακούν; Ακούν τα πλήκτρα; Ακούν τη μουσική; Καταλαβαίνουν τι σημαίνουν;
Ώρες ώρες θα αφήσει το πληκτρολόγιο για να ακολουθήσει με τα δάχτυλα, με τα χέρια και τα πόδια του το ρυθμό της μουσικής, να παίξει, να ενωθεί μαζί της για λίγο, ξεχνιέται έτσι, θα σου πει. Αλλάζει κομμάτια όταν τα βαριέται και άλλα τα αφήνει 2 και 3 φορές. Και περνάει η ώρα, άλλες φορές ακούει μουσική απλά, άλλες γράφει κάτι, άλλες φτιάχνει κάτι, παίζει, διαβάζει, αναρωτιέται γιατί δεν πέφτει για ύπνο.
Μια τέτοια μέρα, μια τέτοια νύχτα, παρατηρώντας την οθόνη αποκοιμήθηκε. Το όνειρο του ήταν ντελιριακό, σα να είχε μεγάλο πυρετό. Ξανά και ξανά έβλεπε το ίδιο όνειρο, μικρό όνειρο, να αρχίζει, να τελειώνει και να ξαναρχίζει.
Στο πισι παίζει χαλαρωτική μουσική, μια μουσική σα να συνεχίζεται για πάντα. Γυρνάω το βλέμμα από την οθόνη, κουράστηκα από το πολύ φως, γυρίζω να κοιτάω προς το υπόλοιπο δωμάτιο. Απλώνω τα πόδια μου στο κρεβάτι και χαλαρώνω. Είναι αργά, θα πέσω για ύπνο σε λίγο. Κοιτάω αφηρημένος προς το σκοτεινό ορθογώνιο της πόρτας που οδηγεί στο υπόλοιπο σπίτι. Κοιτάζω αφηρημένος και κοιτάζω μέχρι που το σχήμα που μοιάζει με πόδια στην κάτω δεξιά γωνιά της πόρτας αρχίζει κουνιέται νευρικά. Ένα ανεπαίσθητο ταπ-ταπ-ταπ ακούγεται μέχρι τη θέση μου. Ο κάτοχος των ποδιών μάλλον συνειδητοποιεί κι αυτός τον ήχο γιατί αμέσως σταματά. Κοιτώ προς τα πάνω και το μισό μιας μάσκας προεξέχει από την κάσα. Ακόμα κι έτσι, ξέροντας που ξέρει πως τον είδα, αδυνατώ να κουνηθώ. Κοιτάω και κοιτάω μέχρι που, καταλαβαίνοντας μάλλον πως δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό πια, ο παρείσακτος φανερώνεται ολόκληρος.
Φορά μάσκα αρχαίου θεάτρου με μια φριχτή έκφραση αποτυπωμένη πάνω της και μαύρα ρούχα που, αν και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί, φαίνονται επίσημα. Στο δεξί του χέρι κρατά ένα μεγάλο μαχαίρι. Κοιταζόμαστε για λίγο. Και μετά μπερδεύομαι τελείως. Με μια πολύ γρήγορη κίνηση γυρνά και ξανακρύβεται πίσω από την κάσα. Κρύβεται και φαίνονται πάλι ίσα ίσα τα πόδια του στην κάτω δεξιά γωνία. Κάνω να σηκωθώ μα πριν προλάβω να κάνω κίνηση φεύγει απ’ την πόρτα ορμά με λύσσα στο κρεβάτι μου. Έξι μαχαιριές προλαβαίνω να μετρήσω και μετά χάνω το λογαριασμό. Το χέρι του ανεβοκατεβαίνει σαν έμβολο κινητήρα. Πρέπει να έχει μαχαιρώσει τα άδεια σκεπάσματα πάνω από 30 φορές. Ξαφνικά, σαν να άκουσε κάτι, κοκαλώνει. Σηκώνεται αργά, σκουπίζει το μαχαίρι 2-3 φορές στο πάπλωμα μου. Τελειώνοντας γυρίζει αργά αργά και με κοιτάζει. Όχι δε με κοιτάζει, με σταμπάρει. Πίσω από τη μάσκα, νιώθω να χαμογελά και αμέσως μετά συνειδητοποιώ ότι όντως γελά, στην αρχή ήσυχα και όσο συνέχιζε, πιο δυνατά. Γελά και γελά και γελά και συνεχίζοντας να γελάει γυρίζει να φύγει. Φεύγοντας, ρίχνει μια τελευταία ματιά πίσω του, σε μένα, κι εξαφανίζεται.
Και ξύπνησε. Το βλέμμα του στράφηκε πρώτα στην πόρτα. Στη γωνία της. Ανακουφισμένος, αποφασίζει να αφήσει τη μουσική να παίζει όσο να κοιμηθεί. Βάζει ένα φάκελο να παίζει και ξαπλώνει. Κλείνει το φώς και σκεπάζεται. Λίγο πριν αποκοιμηθεί ακούει το ρυθμό, σαν σε όνειρο: ταπ-ταπ-ταπ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου