Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Λ.Σ. και ξερό ψωμί



Ξέρω πως ανησυχείς. Κι εγώ ανησυχώ. Γιατί στην ΕΛΣΤΑΤ τα κτήρια και οι οικοδομές είναι διαφορετικές; Γιατί δεν ανέβηκε ο Θανασάρας ο άρχοντας; Γιατί πονάει συνέχεια το στομάχι μου; Γιατί φοβάμαι να πεθάνω;

Αφού είχα αποφασίσει να μην το κάνω αυτό.

Η φιλία μας είναι στην εντατική αλλά είπανε πως αν δεν αποσυνδέσω εγώ τα μηχανήματα δεν πεθαίνει. Εγώ νομίζω πως πέθανε χτες και δεν το κατάλαβε κανείς.

Ο Θανασάρας ο άρχοντας δεν ανέβηκε. Και μαζί του πολλοί. Και εγώ στεναχωρήθηκα γιατί οι εκλογικές μου αυταπάτες φτάνουν πολύ βαθιά. Πάρα πολύ βαθιά. Κι ας φωνάζω δυνατά: Τέρμα πια στις αυταπάτες, ή με το κεφάλαιο ή με τους εργάτες.

Είμαστε αναγκασμένοι να αντιπαλεύουμε ένα σύστημα που έχει ήδη νικήσει και αποκτηνώσει την ανθρωπότητα. Είμαστε αναγκασμένοι να αντιστεκόμαστε ενώ βαθιά μέσα μας, αυτοί που δεν έχουν (είτε εκλογικές είτε άλλες) αυταπάτες, ξέρουν πως το σημείο του γυρισμού πέρασε. Είμαστε σχεδόν αυτοκτονικά αφοσιωμένοι στο σχέδιο για απελευθέρωση και δικαιοσύνη που συνεχίζουμε και συνεχίζουμε, χάνοντας συνεχώς συμμάχους, χάνοντας συνεχώς δυνάμεις, χάνοντας συνεχώς την υπομονή μας αλλά ξαναβρίσκοντας τη, συνεχίζουμε μέχρι να μας κυνηγήσουν και να μας σκοτώσουν σε κάποιο στενό.

Αυτή ήταν είναι και θα είναι η κατάληξη όλων των ανθρώπων που αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν ανά τα χρόνια. Όσοι αγωνίζονται πεθαίνουν και όσοι κρύβονται σφετερίζονται τα κεκτημένα τους. Περιμένουν να δουν ποιος θα μείνει ζωντανός χωρίς να νοιάζονται και πολύ για την ταυτότητα του, περιμένουν να δουν αν αυτός που πέθανε θα μείνει πεθαμένος για να μπορέσουν να πουν πως τον μισούσαν από την αρχή, σκουντάνε με τη μύτη του παπουτσιού τους το πτώμα της όποιας αντίστασης υποστήριξαν ποτέ και, αφού σιγουρευτούν ότι πέθανε, ουρλιάζουν πως δεν την ήξεραν ποτέ, πως δεν την ήθελαν ποτέ, πως τη σιχαίνονται.

 Αυτό είναι η πραγματικότητα. Αυτό είναι η αλήθεια. Αυτό είναι αυτό που συμβαίνει. Αυτό είναι.

Και αν θέλω να το αλλάξω είναι επειδή δεν μου αρέσει. Όχι γιατί δεν με συμφέρει. Να διαπιστώνεις το ωραίο πριν διαπιστώσεις την ανάγκη σου. Αυτό είναι το κόλπο (αδύνατο όμως). Να συνειδητοποιείς τον κόσμο που θες (λίγο) πριν συνειδητοποιήσεις την τάξη σου. Να μάθεις να αγαπάς την τάξη σου πριν αγαπήσεις οτιδήποτε άλλο. Αν αγαπάς αρκετά τον κόσμο θα αγαπήσεις και τον εαυτό σου, όχι το ανάποδο. Γιατί εκεί ανήκει, έτσι κι αλλιώς.

Αν υπάρχουν ανάγκες είναι επειδή δεν τις ικανοποιήσαμε ακόμα.

Αν υπάρχουνε τάξεις είναι επειδή δεν τις καταργήσαμε ακόμα.

Και αν υπάρχει αγάπη είναι προοικονομία.

Είτε σας αρέσει είτε όχι.