Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

https://www.youtube.com/watch?v=vyjNCFje8bc

Ερωτήσεις και απαντήσεις. Εγκεφαλικές συνάψεις. Συνδέσεις εννοιών.

Παράδειγμα: Πως σε λένε; Κι αν δεν θέλεις να το πεις; Γιατί να μη θέλεις; Αν σ' ενοχλήσω; Αν αντιδράσεις άσχημα; Γιατί να ρωτήσω; Δε με νοιάζει. Με νοιάζει, πρέπει να έχω σχέσεις. Ναι αλλά δε νιώθω άνετα να γνωρίζω ξένους. Γιατί δυσκολεύομαι να ρωτήσω; Μήπως για αυτό δυσκολεύομαι να παραγγείλω; "Πως σε λένε;"

Καθόλου, εντελώς, αμέσως, σίγουρα. Απόλυτο.

Εγώ ρωτάω, εσύ απαντάς. Εγώ ρωτάω, εγώ απαντάω. Σπάνια ρωτάω αν δεν ξέρω ήδη την απάντηση.

Και σπάνια δεν ξέρω την απάντηση σαν με ρωτάνε.

Κάποιες φορές ο εγκέφαλος μου μοιάζε με τα ακουστικά μου μετά από μια ολόκληρη μέρα στην τσέπη μου. Θέλει πολύ υπομονή και πολύ ώρα για να ακούσεις κάτι καλό.

Δεν εννοούσα τώρα.

Αν ο εγκέφαλος μου είχε μουσικό χαλί θα ήταν κάτι σαν αυτό. Και θα ακουγόταν έτσι, ήσυχο και καλό, λίγο θλιμμένο αλλά αξιοπρεπές, όχι πολύ έξυπνο αλλά ούτε χαζό, ένα
μια
χαρά
χαλί.

Θα ήταν πολύ πιο εύκολο άμα είχες παίξει το παιχνίδι αυτό. Θα ένιωθες αυτό που θέλω να σε κάνω να νιώσεις αυτή τη στιγμή.

Γίνεται όλο και πιο δύσκολο να με καταλάβεις. Γίνεται όλο και πιο δύσκολο να καταλάβω τον εαυτό μου. Γίνεται όλο και πιο δύσκολο να είμαι κάτι. Γίνεται όλο και πιο δύσκολο να βάλω ταμπέλες. Όσο περιπλέκεται το σύστημα, τόσο δυσκολεύει η χρήση του. Όσο οξύνονται οι αντιθέσεις, τόσο σκληραίνει η στάση μας. Δεν γίνεται αλλιώς.

Πήγες να με κοροϊδέψεις που βασίζομαι σε παιχνίδια; Ελπίζω ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΣΟΥ να μην το έκανες. Πάλι απαντάω σε ερωτήσεις που δεν έγιναν, πάλι δημιουργώ προβήματα εκεί που δεν υπάρχουν. Αυτό είναι ξεκάθαρο κατάλοιπο.

Είναι σχεδόν αλήθεια οτι δεν πείθω σχεδόν κανέναν με αυτά που λέω. Είτε επειδή φωνάζω, είτε επειδή δεν έχω καλά επιχειρήματα, είτε επειδή δεν ενδιαφέρουν κανένα τα ζητήματα αυτά, είτε επειδή απλά έχω άδικο. Α, ξέχασα, ή επειδή είμαι ηλίθιος. Δε νομίζω πως υπάρχουν άλλες επιλογές.

Το τελευταίο τραγούδι ήταν λάνθασμένη επιλογή. Το παραδέχομαι. Θα το διορθώσω βάζοντας αυτό. Ναι!

Τώρα θα συνεχίσω. Υπενθυμίζω οτι τα τραγούδια που βάζω είναι για να τ' ακούς όταν διαβάζεις, όχι μετά. Αν δεν είναι ταυτόχρονα χάνεις το μισό νόημα. Ή ένα ποσοστό Α, το μισό είναι υπερβολή.

Κάθε φορά που σκέφτομαι κάποιες στιγμές της ζωής μου, στιγμές που μου προκαλούν ντροπή ή πόνο, ασυναίσθητα το πρόσωπο μου παίρνει μια έκφραση πόνου. Και αν αυτό συμβαίνει όταν είμαι σπίτι μου πάει καλά. Αν όμως είμαι στο δρόμο ή μαζί με άλλους είναι λίγο αστείο και περίεργο γιατί ξεφνικά αυτός που είναι μπροστά μου με βλέπει να κάνω σαν να πάτησα καρφί ή να δάγκωσα λεμόνι. Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να το σταματήσω αλλά αν το σκφτώ έντονα δεν γίνεται να τ' αποφύγω. Είναι παράξενο.

Νομίζω πια πως ο τρόπος γραφής μου πλησιάζει το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, ενώ πριν άγγιζε τον ιδεαλιστικό σουρεαλισμό(δεν υπάρχουν αυτοί οι όροι και δεν με ενδιαφέρει αν είναι ακριβείς). Πια δεν δημιουργώ τόσες εικόνες, δε με νοιάζει να προσπαθήσω να δημιουργήσω ένα ψεύτικο περιβάλλον για να εκθέσω ιδέες, προτιμώ να μιλάω απευθείας στον απέναντι μου, να μιλώ χωρίς πολλές μεταφορές και φανφάρες, να λέω αυτό που σκέφτομαι ακριβώς, χωρίς λυρικότητα(γιατί ΑΥΤΟ έκανα πριν). Ή μήπως αυτό;

Αυτά προς το παρόν.


Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Γνωστοί και ως 2




Κεφάλαιο 2 – Η γυναίκα που αγαπούσε τον εαυτό της υπερβολικά

                Κι ενώ κάποια τουαλέτα, κάποιου πανεπιστημίου, σε κάποια πόλη, κοκκίνιζε ανεξήγητα, σε μια άλλη αίθουσα, ενός άλλου ιδρύματος, σε μια άλλη πόλη, η Μαρούλα κοιταζόταν στον καθρέφτη. Ή τουλάχιστον φανταζόταν πως αυτό κάνει γιατί είχε χτυπήσει το σιωπητήριο και αυτή δε νύσταζε, οπότε έπρεπε με κάποιο τρόπο να διασκεδάσει τον εαυτό της. Για τη Μαρούλα άλλη διασκέδαση δεν υπήρχε. Τις «ώρες κοινωνικοποίησης» τις περνούσε συζητώντας με τον εαυτό της, παίζοντας παιχνίδια μόνο για ένα άτομο, ρίχνοντας τα χαρτιά στον εαυτό της, αγκαλιάζοντας τον εαυτό της και προσφέροντας του καλοσύνη και στοργή.
                Ήταν ο 17ος μήνας στο ψυχιατρείο που την είχαν στείλει. Εάν τη ρωτούσες αν είναι τρελή θα σου απάνταγε αρνητικά. Και η ειρωνεία είναι ότι θα είχε δίκιο. Η Μαρούλα δεν είναι τρελή. Είναι απλά διαφορετική. Δεν της αρέσει να κάνει παρέα με άλλους, δεν είχε ποτέ της σχέσεις αγάπης με άλλους ανθρώπους, δεν ήθελε να κάνει παρέα με τα αδέρφια της και τους υπόλοιπους συγγενείς της. «Που καιρός για τέτοια;» αναρωτιόταν και έφτιαχνε τα μαλλιά της, φρόντιζε τις πληγές της, έβαζε πάτους για να προστατέψει τις πατούσες της.
                Η Μαρούλα δεν ήταν τρελή, απλά αγαπούσε τον εαυτό της υπερβολικά. Που καιρός να αγαπήσει κάποιον άλλον;
                Και πως κατέληξε στο ψυχιατρείο λοιπόν; Είναι μια αρκετά διασκεδαστική ιστορία. Η Μαρούλα είχε σκοτώσει κάποιον. Όχι αστειεύομαι. Η Μαρούλα είχε προσπαθήσει να σκοτώσει κάποιον αλλά δεν τα κατάφερε. Και ευτυχώς για αυτή γιατί αλλιώς δεν θα έβγαινε ποτέ από το ψυχιατρείο και δεν θα είχε ρόλο σε αυτή την ιστορία. Όλα ξεκίνησαν κάπως έτσι.
Στη γειτονιά της, μια κλασική γειτονιά του Κολωνού, έπαιζαν πολλά παιδάκια στο δρόμο τα απογεύματα. Η Μαρούλα, τα απογεύματα γυρνούσε από τη δουλειά της, πάντα από τον ίδιο δρόμο, φορτωμένη με σακούλες. Οι σακούλες περιείχαν τρόφιμα που την άφηνε το αφεντικό της να πάρει, τρόφιμα από αυτά που πουλούσε και στη δουλειά της. Η Μαρούλα, βλέπετε, δούλευε σε σούπερ-μάρκετ. Ήταν από μικρή μόνη της η καημένη, οι συγγενείς της, μην αντέχοντας την άσχημη συμπεριφορά της, την είχαν «εξορίσει» σε ένα παλιό σπίτι που είχαν στον Κολωνό, παρακαλώντας το Θεό να μην την ξαναδούν, δίνοντας της κάποια χρήματα για το ξεκίνημα της μοναχικής της ζωής και αφήνοντας τη στην τύχη της. Το αφεντικό της όλως περιέργως, τη συμπαθούσε, ήταν η καλύτερη υπάλληλος του. Δούλευε, δεν μιλούσε ποτέ με κανέναν, δεν έκλεβε, δε ζητούσε αύξηση, δε ζητούσε άδεια, δε ζητούσε τίποτα. Ε, και αν καμιά φορά της δίνει τα σχεδόν ληγμένα σαπιοφαγητά του, καλός άνθρωπος είναι, τι να κάνει κι αυτός.
Γυρνώντας, λοιπόν, φορτωμένη με κονσέρβες γάλακτος και κομπόστες ανανά, ακούγοντας μουσική από το mp3 της, χαρούμενη που αύριο ήταν Κυριακή και θα είχε χρόνο να αφιερώσει στον εαυτό της, άκουσε κάποιον να φωνάζει το όνομα της. «Μαρούλα – μαρούλι –Μαρούλα – μαρούλι». Ήταν το συνηθισμένο πείραγμα των παιδιών που έπαιζαν στο στενό της. Πάτησε στοπ στη μουσική της (σταματώντας στη μέση μια εκπληκτική εκτέλεση του «dancing with myself» τραγουδισμένη από την ίδια) και γύρισε να φωνάξει στα κωλόπαιδα που την κορόιδευαν. Πριν προλάβει όμως να βγάλει φωνή, ένιωσε τις σακούλες της να σκίζονται και να αδειάζουν στα πόδια της. Ξαφνιασμένη γύρισε και είδε τον Πέτρο, το γιο του μπάτσου της γωνίας, να τρέχει γρήγορα προς τους φίλους του. Απηυδισμένη και θυμωμένη τους φώναξε για κανά 5λεπτο και με γρήγορες κινήσεις μάζεψε τα πράγματα της και μπήκε σπίτι της.
                Μπαίνοντας, αφού άφησε τα φαγητά στο τραπέζι πήγε μέσα να βγάλει τα παπούτσια της. Βγάζοντας το δεξί έμεινε κάγκελο. Στο πανέμορφο, στιλπνό και απαλό μεγάλο δάχτυλο του δεξιού της ποδιού είχε γίνει μια μελανιά. Στην αρχή δεν κατάλαβε γιατί. Μετά συνειδητοποίησε την αιτία. Οι κονσέρβες που έπεσαν στο πόδι της. Το κωλόπαιδο του σκατόμπατσου το έκανε. «Το γαμίδι μου μελάνιασε το δάχτυλο», μουρμούρισε.
Η επόμενη ανάμνηση της Μαρούλας είναι με την ίδια κλεισμένη σε ένα περιπολικό να κατευθύνεται στο ΑΤ Κολωνού.

2 μήνες αργότερα

«Γιατί κάνεις κακό στον εαυτό σου;;;;» Η σοκαρισμένη γυναικεία φωνή έβγαλε το Γιώργο από την αυτοσυγκέντρωση του και αυτό με τη σειρά του προκάλεσε ένα βαθύ ακανόνιστο κόψιμο κάτω από την αριστερή του μασχάλη, πληγή πάνω από 15 εκατοστά.
«Είναι οι τουαλέτες των αντρών ηλίθια! Τι θες;»
«Γιατί κάνεις κακό στον εαυτό σου;;;;» Η γυναίκα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Το απόλυτο σοκ ήταν αποτυπωμένο στο πρόσωπό της.
«Μπορείς να μη φωνάζεις και να κλείσεις την πόρτα;» Ο Γιώργος μάζεψε γρήγορα το σουγιά του και σηκώθηκε από τη λεκάνη. Έβλεπε ήδη ένα περίεργο πρόσωπο πίσω από τη γυναίκα να κοιτάει προς τα μέσα. Η γυναίκα με φανερή προσπάθεια μπήκε μέσα στην τουαλέτα και έκλεισε την πόρτα.
«Γιατί κάνεις κακό στον εαυτό σου;» ρώτησε πιο ήρεμα τώρα.
«Δεν κάνω τίποτα. Γιατί μπήκες μέσα; Φύγε και άσε με σε παρακαλώ, θα μου γίνει χάλια η μπλούζα αν δεν βάλω κάτι πάνω στην πληγή. Το έκανα σκατά επειδή με τρόμαξες».
«Θες να έρθεις σπίτι μου; Μένω εδώ πιο κάτω και είμαι πολύ καλή με τις πληγές, δεν θα σου μείνει καν σημάδι».
«Δεν θα πάω σε σπίτι αγνώστου στα καλά καθούμενα, ειδικά με μια τεράστια πληγή στα πλευρά μου».
«Ωραία θες να καλέσουμε ασθενοφόρο ή ένα ταξί να σε πάω στο νοσοκομείο;»
«Όχι όχι, δεν πειράζει, θα πάω σπίτι».
«Έλα μαζί μου, ξέρω από πληγές, θα σε φροντίσω πολύ καλά, σε παρακαλώ».
Ο Γιώργος παρατήρησε ότι η γυναίκα τον κοιτούσε με μια βαθιά αποστροφή αλλά και άπειρη συμπάθεια. Ήταν ταραγμένη ακόμα αλλά τον κοιτούσε σταθερά, σταθερά και λίγο… περίεργα. Ενδιαφέροντα ίσως.
-Εντάξει. Πάμε. Αλλά πρώτα πες μου τ’ όνομα σου.
-Θα στο πω αν μου πεις γιατί έκανες αυτό το πράγμα.
-Σύμφωνοι.
-Με λένε Μαρούλα.
-Είχα πονοκέφαλο.