Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Πάντα

https://www.youtube.com/watch?v=avk5YDc1dsk

Και ξεκίνησα να διαβάσω και άκουγα αυτό και όταν τελείωσε το έβαλα απ' την αρχή και άρχισα να γράφω γιατί στ' αλήθεια δεν μπορούσα να συγκρατηθώ, αρκούσε μια φωτογραφία της Γεύης να μου θυμίσει τη Μύρινα, και βρίσκω ακόμα και τώρα το όνομα Μύρινα εξωτικό, όμορφο όνομα για μιαοχι και τόσο όμορφη πόλη, αλλά ήμουν έκεί, ήμουν στη Λήμνο, στους Αγκαρυώνες που είχαν και 50 κατοίκους και τα κανόνια μας πάντα κοίταζαν τη δύση, πάντα κοίταζαν τη δύση κι εγώ πάντα κοίταζα ασυναίσθητα προς τα νοτιοδυτικά, προς το σπίτι μου κι ας ήξερα πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από αυτό που ένιωθα τότε, γιατί ναι, κουραζόμουν, ένιωθα πεθαμένος, πήδαγα κάποιες φορές απ' το κραβάτι και ένιωθα πόνους απ' την πατούσα μέχρι τη μέση, και πηδούσα απ' το κραβάτι στις 6 το πρωί με 3 ώρες ύπνο και παρόλα αυτά αστειευόμουν με το φίλο μου το Γιάννη και με το Βασίλη και με τους άλλους και στη Λήμνο είχε πάντα ομίχλη το πρωί και ο εθνικός ύμνος αντηχούσε στα βουνά στις 8 παρά και το όπλο μου πονούσε τον ώμο και το σεβόμουν γιατί ήταν γεμάτο, το σεβόμουν και το φοβόμουν αλλά το κρατούσα, όχι μόνο γιατί φοβόμουν, δε φοβόμουν και τόσο αλλά ήμουν πεισματάρης, μετά από την πρώτη μέρα έγινα πεισματάρης και στις εξόδους, αχ γιατί συγκινούμαι γαμώτο, στις εξόδους βγαίναμε στην Κούταλη και εκεί είχε άλλους 50 κατοίκους και χαιρετούσαμε το λοχαγό και παίζαμε κίνο και τρώγαμε κακάααα σουβλάκια αλλά νιώθαμε καλά, ξέρεις; καλά με μας, καλά που αντέχουμε ακόμα, καλά που υπήρχαν και όμορφα πράγματα, όχι μόνο τα κανόνια που κοιτούσαν πάντοτε στη δύση, και γυρίζαμε με την καναδέζα το βράδυ και γελούσαμε κι ας ξέραμε πως αύριο ήταν το ίδιο, πως θα φορύσαμε πάλι πλάκες, θα κάναμε πάλι περίπολα, τα πόδια μου πονούσαν τα πόδια μου, και ήμουν ευτυχισμένος όχι επειδή μ' άρεσε αυτή η μαλακία αλλά γιατί την άντεχα, γιατί δεν υπήρχε ένας να μου πεις, ξέρεις κάνεις αυτό αλλά είσαι φλώρος, δεν ήμουν φλώρος και όταν είχα για βοηθό έναν χαζό που δεν ήθελε να κάνει περίπολο του φώναξα και τσακωθήκαμε και δεν γίναμε ποτέ φίλοι αλλά δε με νοιάζει και στη Μύρινα που βγήκα με το Γιάννη 2-3 φορές ήταν καλά γιατί είχαμε γίνει φίλοι και ήμασταν στη Λήμνο και ήμασταν φίλοι και αντέχαμε ακόμα και εντάξει δεν είχαμε και πόλεμο, τα κανόνια μας κοιτάζαν ακόμα προς τη δύση, αλλά αντέχαμε και ας ήμασταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, ίσως για αυτό να αντέχαμε κιόλας, ίσως για αυτό να θέλαμε να μείνουμε, χαζομάρα είπα δεν ήθελα να μείνω, γιατί όμως όταν ανέβηκα στην καναδέζα για να φύγω ένιωσα άσχημα, ποιος ξέρει, και όταν έκανα την τελευταία μου βόλτα στη Μύρινα, όταν είδα για τελευταία φορά τον πεζόδρομο, τα ταχυδρομεία, τα κακά τουριστικά μαγαζιά δεν έκλαψα βέβαια αλλά τώρα μου 'ρχεται να κλάψω, δε μου λείπει ο στρατός χαζέ, μου λείπει η αίσθηση της δύναμης, το να νιώθω πως αντέχω, καταλαβαίνεις άραγε, να νιώθω πως μου φέρονται άσχημα αλλά αντέχω γιατί δεν είμαι τόσο αδύναμος όσο νόμιζα, δεν είμαι τόοοοοσο άχρηστος και γιατί ήμουν έξω, ήμουν μακριά, ήμουν στου διαόλου τη μάνα, ήμουν εκεί που τα κανόνια κοιτάζαν πάντα τη δύση και περνούσα, έβαζα υπογραφές και συνέχιζα, πάντα συνέχιζα, είτε ήταν το πρώτο μου περίπολο με καταιγίδα και τον Πανδιά να μου δείχνει τα τετράδια είτε ήταν το τελευταίο με ζέστη και να χω γίνει μούσκεμα από ιδρώτα αυτή τη φορά και να ψάχνουμε γκόμενες στο φβ του Βασίλη, πάντα υπέγραφα και συνέχιζα κι ας ήηξερα πως κανείς δεν θα με τιμωρήσει αν καθόμουν, ήθελα να έχω να το λέω μέσα μου πως έκανα κάτι δύσκολο και το έκανα στη Λήμνο, στη Μύρινα, πως έπινα μπύρες λες και ήμουν μακριά, σε άλλο σύμπαν, πως όλη η προηγούμενη μου ζωή ήταν ένα όνειρο, πως όλοι μου οι φίλοι, η οικογένεια μου, ήταν απλά αναμνήσεις, ένα όνειρο που είδα πριν ξυπνήσω για το 2-4 και τώρα, τώρα που γύρισα η άλλη μου ζωή, αυτή είναι το όνειρο και το τραγικό είναι που δεν ξέρω ποιο είναι το πιο άσχημο, δεν είναι οτι μου άρεσε εκεί δεν είναι οτι δε μου αρέσει εδώ, αλλά το συναίσθημα του στρατού, το συναίσθημα των δυσκολιών με 2 3 καλούς να είναι μαζί σου αυτό ήταν καλό, ναι δεν ντρέπομαι να το παραδεχτώ, και σκέφτομαι που και που τη Μύρινα, το κάστρο με τα ζαρκάδια, το Γιάννη, τα αλεξίθραυστα, τη Τζίνα, το φυλάκιο και τον Κώστα, τα φαγητό που αμα πήγαινες αργά ήταν κρύο αλλά έτρωγες μόνος σου και ήταν ωραία, τις φρουρές μα πάνω απ' όλα σκέφτομαι πάντα τα κανόνια που κοιτούσαν πάντοτε στη δύση και το τετράδιο κρυμένο στο μεσαίο και πως το βγάζαμε, υπογράφαμε και συνεχίζαμε και πάντα συνεχίζαμε παράλληλα με τα κανόνια, παράλληλα με την κανονική ζωή συνεχίζαμε και τώρα που ευθυγραμμιστήκαμε είναι παράξενο, είναι σα να κοιτάμε κι εμείς πια στη δύση, σα να κολλήσαμε σαν κάτι παλιά κανόνια που κανείς δεν ξέρει αν θα ξαναρίξουνε, Ποιος ξέρει αν θα ξαναρίξουμε. Ποιος ξέρει αν θα περάσουνε να υπογράψουνε και στο δικό μας τετράδιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου