Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Μείνε μαζί μου, πιάσε μαζί μου, κάτσε μαζί μου, σκέψου μαζί μου, μίλα μαζί μου

https://www.youtube.com/watch?v=3JRtsoZvnds

1 - Στη Βουλιαγμένης, βράδυ (ομπβς), απέναντι από τη μεριά της Ειρήνης, λίγο πιο κάτω από το σπιτι του Παναγιώτη, στο Ελληνικό. Απέναντι μου τα 24ωρα έβερεστ, με όσους πελάτες ακριβώς πρέπει να έχουνε τέτοιες ώρες: 2 άτομα, έναν γέρο που δεν μπορείς καν να φανταστείς γιατί είναι στα έβερεστ με καφέ 3 το βράδυ στη μέση του πουθενά και έναν ταξιτζή που αγόρασε ένα στάχτινο σάντουιτς για να παραστήσει τον είμαι-καλά-σας-πάω-όπου-θέλετε ταρίφα, άμα βρει κούρσα, όταν βρει κούρσα, μέχρι να σχολάσει.Εσύ βρέθηκες να περιμένεις το βραδυνό λεωφορείο που θα σε πάει κοντά στο σπίτι (αλλά όχι στο σπίτι). Περνούν τα αμάξια, αλλάζουν οι ταρίφες μα τα σάντουιτς μένουν ίδια, ο γέρος πίνει από το αιώνιο κύπελλο καφέ, λες για μια ζωή, και τη μονοτονία σπάει μόνο κανένας που βαριέται να περιμένει το φανάρι και περνάει με κόκκινο. Μα δεν έχει σημασία, τέτοιες ώρες τα χρώματα είναι όλα ίδια.

2 - Στην άσφαλτο της σπιάτζας, μόλις έχεις φύγει από το σπίτι του Ρωμανού και λες να κάνεις μια βόλτα πριν πας σπίτι. Ή μπορεί να γυρνάς από το νταραβέρι, ή μπορεί να γύρισες απ' το Κατάκολο και να άργησες να φτάσεις. Ορισμένα σημεία της δημοσιάς, γιατί της ταιριάζει η ονομασία "δημοσιά", είναι θεοσκότεινα, κυριολεκτικά πίσσα, σκοντάφτεις στις λακούβες του δρόμου και μόνο από εμπειρία πια, ή από τύχη, δεν πέφτεις στα χόρτα δεξιά κι αριστερά. Μα ποτέ δε φοβήθηκες μην πάθεις τίποτα στη σπιάτζα. Ο ρομαντισμός γεννήθηκε και πέθανε σ' αυτά τα λίγα χιλιόμετρα αυθαιρέτων και ψιλής άμμου. Ο δικός σου ρομαντισμός τουλάχιστον. Που και που αμάξια προς τη μια ή την άλλη πλευρά, που και που όμως. Κανένα μηχανάκι με διαλυμένη εξάτμιση ίσως. Και πάντα η σοκαριστική ακουστική. Ο ήχος του αμαξιού ή της μηχανής να ξεκινά από πολύ μακριά, πολύ πολύ, θα νόμιζες οτι τον άκουσες με το που ξεκίνησε από Κατάκολο, και με το που σε περνάει, μένει στον αέρα για εξίσου μεγάλο διάστημα, μένει και μένει λες και το φάντασμα του πλανιέται στις στροφές των τσιμεντολίθινων ερειπίων και των καλαμιών. Μέχρι που ο ήχος της θάλασσας τον καταπίνει. Τέτοιες ώρες, εκεί, όλους τους ήχους τους καταπίνει η θάλασσα.

3 - Στον επαρχιακό δρόμο που ενώνει τη χώρα με το κάμπινγκ. Ή το ξενοδοχείο. Ή την παραλία που έχεις στήσει. Τα μαγαζιά όλα κλειστά, και όσο φεύγεις απ' τη χώρα αραιώνουν. Μετά μένουν λίγα σπίτια ακόμα, ή πολύ πλούσια ή πολύ φτωχά, και μετά χώμα, χωράφια αν το νησί έχει νερό ή απλά ξερές πέτρες, κίτρινα χόρτα. Είναι αργά το απόγευμα και γυρνάς για να μπανιαριστείς και να ετοιμαστείς για να ξαναβγείς. Μπορεί να είσαι στην Ανάφη, μπορεί στην Ίο, μπορεί στην Αντίπαρο, μπορεί σε άλλο νησί, μπορεί σε ξένη χώρα. Δε μιλάνε τα χωράφια, δεν έχουν νόμισμα ή ταυτότητα τα ξεραμένα χόρτα, δεν έχει σημασία πως ονομάσανε τη χώρα κάποιοι που δε γνώρισες ποτέ. Δεν έχει σημασία για την ιστορία σου τουλάχιστον. Έχεις αρκετό δρόμο αλλά δεν πειράζει, το καλοκαίρι συνήθως ο χρόνος είναι αρκετός. Έχεις για οδηγό την άσπρη ξεθωριασμένη γραμμή στο πλάι του δρόμου γιατί, με τόσο ήλιο όλη μέρα, δεν μπορείς πια να κοιτάς ευθεία, μόνο κάτω. Περπατάς και όταν κλείνουν οι πλαγιές ή όταν αντέχεις, ρίχνεις μια ματιά. Η μαγεία του τοπίου αυτού δε συνηθίζεται, όσες μέρες κι αν περάσεις εκεί. Κάποιο πλοίο της γραμμής έρχεται ή φεύγει. Κάποιος ψαρεύει πέρα στα ανοιχτά. Φυσάει και οι εκτάσεις με τα κίτρινα χόρτα κυμματίζουν. Τα αυτιά σου σφυρίζουν απ' τον αέρα αλλά δε σε πειράζει, για σήμερα τα ακουστικά δεν έχουν θέση στο κεφάλι σου. Είναι δροσερός αέρας, κι ευτυχώς, γιατί έχεις καεί. Θα πας και θα αλλάξεις και σε λίγες ώρες, στο σκοτάδι, με παράξενα χρωματιστά φώτα θα χορεύεις ή θα αγκαλιάζεις ή θα ακουμπιέσαι ή θα πίνεις ή θα φωνάζεις ή θα γελάς ή όλα μαζί. Μάλλον όλα μαζί. Σε λίγες ώρες το καλοκαίρι σου θα χτυπάει κόκκινο. Μα για τώρα, με κουρασμένα πόδια, ακολουθάς την γραμμή στο πλάι του δρόμου και θα έλεγε κανείς οτι σε χαιδεύει όλος ο κόσμος για να σε ξεκουράσει. Τέτοιες ώρες, όλος ο κόσμος σε χαιδεύει και κανείς δε θα σου πει να βιαστείς.

4 - Στο παράθυρο του σπιτιού σου, στην μπαλκονόπορτα πιο σωστά, που την έχεις αφήσει ανοιχτή για να μπαίνει αέρας και να βγαίνει το βλέμμα σου όταν ψάχνεις παρηγοριά. Πήγε αργά κι εσύ ακούς μουσική και τα αμάξια στη Θηβών που περνούν πιο συχνά απ' όσο θα ήθελες αλλά όχι πιο συχνά απ' όσο αντέχεις. Ατμοσφαιρική μουσική και καλά, με όσα λιγότερα ρούχα μπορείς, κοιτάς μια την οθόνη, μια το δρόμο. Θέλεις παρέα ή δεν ξέρεις τι θέλεις. Αλλά κάτι ψάχνεις. Μια με τα μάτια, μια με το στόμα, μια με το χέρι, μια με τη φαντασία. Ψάχνεις. Όσο κοιτάς έξω είναι καλά, όσο ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει θα φέρει και αυτό που θες. Αναρωτιέσαι αν θα το πάρεις, αν θα καταφέρεις να μην το χάσεις πάλι. Αναρωτιέσαι τι έγινε λάθος, τι έγινε σωστό, αγνοώντας, λόγω έλλειψης εμπειρίας και ίσως εξυπνάδας, πως η ζωή είναι μια ρόδα που γυρίζει αλλά αυτό δε σημαίνει πως ο άξονάς της μένει σταθερός. Όμως δεν πειράζει, ή θα μάθεις ή όχι, τις μέρες που ανοίγεις την μπαλκονόπορτα σημαίνει πως ψάχνεις, τις μέρες που ψάχνεις, συνήθως βρίσκεις. Μπορεί όχι αυτό που θες αλλά κάτι για να αντέξεις και να συνεχίσεις το ψάξιμο. Έχεις δει ατυχήματα στη Θηβών, μεθυσμένους, ποδήλατα, κόρνες, κόντρες, σούζες, περαστικούς από το τελευταίο μετρό, ταξί να αφήνουν κόσμο, έχεις δει όλη τη ζωή και ακόμα αναρωτιέσαι που βρίσκεται. Εμένα μου φαίνεται πως βρίσκεται κάπου στα πεζοδρόμια της Θηβών, στα αμάξια με τη δυνατή μουσική, σ' αυτούς που δε φορούν κράνος και σπάνε το κεφάλι τους στο διάζωμα, σ' αυτές που τα τακούνια τους σπάνε τη σιωπή σαν πιστολιές, στο φαινόμενο ντόπλερ που πάντα το θυμάσαι σε ανάλογες στιγμές. Τέτοιες ώρες όμως, η φυσική δεν αρκεί να ερμηνεύσει τον κόσμο.

Τέτοιες ώρες είναι καλό να σκέφτεσαι πως όλα θα πάνε καλά. Εγώ, σήμερα το βράδυ, 14 Μαΐου 2018, σκέφτομαι πως ίσως τελικά όλα θα πάνε καλά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου