Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Μια μέρα στο νησί

https://www.youtube.com/watch?v=8T4p0Af-7pM

Και κάποτε ήρθε η ώρα που έπρεπε να φύγουμε. Και η θάλασσα δεν ακουγόταν μετά απο μερικά χιλιόμετρα. Και γύρισα να σε κοιτάξω, να δω αν θα σου έλειπε ο ήχος της θάλασσας. Κι εσύ έκλαιγες. Μετά γυρίσαμε μπροστά. Να προχωρήσουμε.

"Να προχωρήσουμε" φωνάξανε τα πόδια μας. Και να! Μπροστά ξανά, με τα πόδια, με τα μάτια, με τη σκέψη. Μπροστά με την καρδιά μας. "Πάντα μπροστά!" αναφώνησες και σε κοίταξα με συγκίνηση, πως γίνεται να λες τα σωστά πράγματα τη σωστή στιγμή;

Ύστερα ο χωματόδρομος απέκτησε μπαλώματα ασφάλτου, ύστερα έφυγε και το χώμα - πρώτα μας έφυγε το νερό, ύστερα το χώμα. Άσφαλτος και στέρεο βήμα. Στερέψανε τα δάκρυα που χάσαμε τη θάλασσα. Και μεγάλωσε η καρδιά μας γιατί μεταβόλισε την απώλεια. Και άφησε ένα ακόμα μικρό μικρό στρώμα λίπους στα χοντροπετσιά μας.

"Όταν μου φαίνεται οτι πετάω, νιώθω να πετάω. Και τρέχω όταν με προστάζει η καρδιά μου να τρέξω" σου είπα και γύρισα να δω στο βλέμμα σου αν πια καταλαβαίνεις τα ασυνάρτητά μου αποφθέγματα. Όμως δε σ' ένοιαζε, είχες χαθεί στο τοπίο, στον αέρα, στη μυρωδιά του φρέσκου αέρα που δε μυρίζει αλλά ταυτόχρονα μυρίζει τόσο έντονα. Κι ήσουν χαμένη στο τοπίο που διασχίζαμε μαζί. Και τελικά στ' αρχίδια μου αν έπιασες την χαζή αναφορά μου. Ήσουν χαμένη κι ευτυχισμένη στη φύση, ήσουν εκεί που θα 'πρεπε να είσαι. Και με μια συναισθηματική μύτη, παπαγάλου κι αυτή, μύρισα σε για να δω πως μυρίζεις όταν χάνεσαι. Και δε μύριζες όμως ταυτοχρονα μύριζες τόσο έντονα.

Περάσανε μέρες στο νησί και άλλες φορές μιλούσαμε, άλλες όχι. Τα φρύδια σου ανασηκώνονταν τακτικά, κάθε φορά που γέμιζε το βλέμμα σου με ορίζοντα. Εγώ ήμουν πεζός, δε συγκινούμουν με πλαγιές, αναβαθμίδες και γαλάζιο. Μονάχα όταν δεν κοίταζες, βούρκωνα πίσω από τις στροφές του δρόμου, ίσα μέχρι για να στρίψω και με δεις, γιατί με περίμενες. Κι όταν σε έφτανα ρωτούσες: "Γιώργο, καλά;"

Πως να εξηγήσω; Πότε, αναρωτήθηκα, θα καταφέρω να εξηγήσω στα βουνά, στη θάλασσα, στους χωματόδρομους, στα δέντρα και τα ζώα, γιατί κλαίω σε κάθε γύρισμα του δρόμου. Πότε θα εξηγήσω καθαρά, πως δεν σου κρύβομαι και δακρύζω στις στροφές από μια θλίψη αμυδρή. Πως νιώθω και τη θλίψη. Πως νιώθω και την απώλεια. Μαζί με αυτά, α, αγαπημένη μου συνταξιδιώτισσα. Τι πάει μαζί με αυτά, πως θα σου εξηγήσω;

Πως να εξηγήσω τα υγρά που αναβλύζουν από μέσα μου; Γεμάτα μέλι και αλάτι. Έχουν μια γεύση που κάνει να πονάει το σαγόνι σου πίσω πίσω. Ρουφάς το σάλιο και σκουπίζεις τα δάκρυα, όμως τρέχουν. Μια μέρα, στο νησί, απόγευμα, ακούστηκε σε μια στροφή του δρόμου: "Γιώργο, καλά;"

Και τραντάχτηκα και υγράνθηκα και απάντησα "καλά" κι εσύ κατάλαβες. Πάντα καταλαβαίνεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου