Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

7ο μέρος - And yesterday I saw you kissing tiny flowers, but all that lives is born to die. And so I say to you that nothing really matters, and all you do is stand and cry.


Μια μικρή παρένθεση.

                Κάθε φορά που τελειώνει μια ιστορία, οι πρώτοι που θα έπρεπε να λυπούνται είναι οι ήρωες. Ανεξάρτητα από το τέλος. Θα έπρεπε να λυπούνται επειδή τελειώσε. Και τώρα εγώ προσπαθώ να εξηγήσω πως τελείωσε αυτή η ιστορία. Και λυπάμαι.
                Κάθε τέλος είναι λίγο ηλίθιο αν το καλοσκεφτείς. Πολύ λίγα, είτε σε ταινίες, είτε σε βιβλία αξίζουν στ’ αλήθεια. Συνήθως το μόνο που αξίζει είναι η ιστορία μέχρι λίγο πριν την τελευταία πράξη. Αλήθεια, ποιός ένιωσε καλύτερα όταν έμαθε τι έγινε στη Γκόντορ μετά την νίκη του, Βασιλιά πια, Άραγκορν, από όταν διάβαζε τι συνέβαινε στη Μόρια, στο Ρόαν, ακόμα και σε κάτι άκυρες μάχες στα περάσματα του Ίσεν(για όποιον το έχει διαβάσει αυτά, αλλά όλοι πιάνετε το νόημα νομίζω). Πιο πολύ με ενδιέφεραν τα μαθήματα ξορκιών του Χάρυ Πότερ και η δομή του Υπουργείου Μαγείας, παρά το αν νίκησε τελικά τον Βόλντεμορτ και γιατί. Έτσι κι εδώ, πιο πολύ θα έπρεπε να σας ενδιαφέρει το γιατί έγραψα αυτή την περιέργη ιστορία, τι θα μπορούσε να σημαίνει, και όχι πως τελικά θα καταλήξει. Αλλά φυσικά ακόμα και αυτό είναι απλά ένα τέχνασμα(και κλεμμένο μάλιστα) για να σας κάνω να μη δώσετε σημασία στο τέλος γιατί, πολύ απλά, κάθε τέλος είναι απάνθρωπο και ειδικά αν δεν είσαι καλός στο να γράφεις (όπως εγώ) τότε είναι απλά φέιλ.

Στο θέμα μας τώρα.

                Καμία επιλογή δεν είχε αλλά καμία δεν είχα κι εγώ. Δεν μπορούσα αλήθεια να κάνω τίποτα. Δεν μπορούσα να τον διώξω γιατί δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς εμένα(ούτε εγώ χωρίς αυτόν). Δεν μπορούσα να τον κρατήσω γιατί δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε έτσι. Δεν ήθελα να φύγει αλλά δεν τον ήθελα πια κοντά μου.
-Τι έχεις;(τέταρτη φορά)
-Τίποτα, καλά είμαι.
-Όχι δεν είσαι. Και μην λες ψέματα σε μένα δεν υπάρχει λόγος.
-Ωραία δεν είμαι καλά.
-Πες μου τι έχεις.
-Δεν μπορώ.
-Γιατί;
-Γιατί δεν θα καταλάβεις.
-Δεν είσαι ηλίθιος απ’ όσο έχω καταλάβει.
Άθελα μου γέλασα. Είχαμε και παρόμοιο χιούμορ γαμώ.
-Ωραία. Άκου. Ένας από μας πρέπει να φύγει από εδώ. Για πάντα. Και δεν θέλω να γίνει αυτό. Παρόλα αυτά…
-Πρέπει οπωσδήποτε;
-Ναι.
-Γιατί δεν θέλεις να γίνει αυτό;
-Νομίζω ξέρεις.
-Είσαι σίγουρος ότι ξέρω, όπως κι εγώ. Παρόλα αυτά, θα ήθελα να το ακούσω.
-Γιατί σ’ αγαπώ. Χάρηκες τώρα;
-Ναι λίγο.
Ξαναγέλασα, τώρα λίγο πιο δυνατά. Πόσο καιρό είχα να γελάσω τόσο αυθόρμητα; Αρκετό, συνειδητοποίησα αλλά το άφησα να το σκεφτώ αργότερα.
-Λοιπόν; Τι κατάλαβες τώρα που στο είπα;
-Το πρόβλημα σου καταρχάς. Αν πρέπει κάποιος να φύγει, αν και δεν έχω καταλάβει που θα πάει και γιατί τόσο μόνιμα, γιατί δεν φεύγουμε και οι δύο;
Τότε κατάλαβα πόσο μικρός ήταν ακόμα. Δεν μπορούσα καν να του εξηγήσω τι θα πει θάνατος, τι θα πει να πεθαίνεις. Εδώ εγώ δεν καλοξέρω.
-Γιατί με το που θα φύγει κάποιος, δεν θα ξαναγυρίσει.
-Τόσο μακρυά πρέπει να πάει;
-Ναι.
-Τότε πάμε μαζί. Αμα πάμε μαζί θα είναι καλύτερα, όχι;
-Ναι υποθέτω. Άσε με λίγο μόνο μου σε παρακαλώ. Πέντε λεπτά.
-Εντάξει.
Είχε δίκιο. Στο ότι θα ήταν καλύτερα με παρέα. Στο κάτω κάτω ήξερα πια ότι δεν θα μπορούσα, ήταν ζήτημα χρόνου να ξαναφτάσω σε αυτό το σημείο που ήμουνα πριν μια βδομάδα αν έμενα πάλι μόνος μου. Τον χρειαζόμουν. Όπως και αυτός εμένα (Έκανα λάθος προφανώς αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια). Οπότε:
-Εντάξει.
-Εντάξει τι;
-Θα φύγουμε μαζί.
-Δεν μου έχεις πει ακόμα που θα πάμε.
-Σε νοιάζει τόσο;
-Όχι είναι η αλήθεια.
-Πολύ μακρυά πάντως.
-Εντάξει. Πώς θα πάμε εκεί;
-Θα σου δείξω σε λίγο. Περίμενε.
Αλήθεια πως θα πηγαίναμε εκεί; Έπρεπε υποθέτω να ξεκινήσουμε ταυτόχρονα και να φτάσουμε μαζί και σίγουρα να μην πάει κάτι στραβά γιατί, αν έμενε κάποιος μόνος του άντε να ξαναξεκινήσει. Κάποια στιγμή γύρισα να δω τι κάνει και τον έβλεπα να ετοιμάζει πράγματα. Για Τρίτη φορά λοιπόν πέθανα στα γέλια.
-Τι κάνεις μωρέ;
-Ταξίδι δεν θα πάμε;
-Δεν θα χρειαστούμε πράγματα εκεί που πάμε.
-Πως γίνεται αυτό;
-Είναι άλλο ταξίδι, θα καταλάβεις μετά.
-Να μη μαζέψω δηλαδή;
-Όχι.
-Καλά.
Ήταν πιο υπάκουος και από σκυλί εκπαιδευμένο. Αυτό μου έδωσε μια ιδέα. Αφού θα έκανε ότι και να του έλεγα δεν χρειαζόταν να κάνω εγώ κάτι. Αρκεί να του εξηγούσα.
-Λοιπόν έλα δω να σου πω πως θα φύγουμε. Για αρχή, για να ταξιδέψουμε, πρέπει να πάρουμε κάποια χάπια για να μη μας πειράξει το ταξίδι. Επειδή πάμε μακριά πρέπει να πάρουμε πολλά εντάξει; Θα τα πάρουμε μαζί για να διαρκέσουν την ίδια ώρα και στους δύο. Όλα καλά μέχρι εδώ;
-Αχά.
Τέλεια
-Τέλεια.
Του έδωσα τα χάπια, τα πήρε με προσοχή και έκατσε να με κοιτάει. Περίμενε σα σκυλί που θέλει βόλτα. Αν δεν έκανα τίποτα, σκεφτόμουν, θα καθόταν έτσι μέχρι να αποκοιμηθεί. Πάω, φέρνω νερό, του δίνω ένα ποτήρι και κάθομαι πέντε λεπτά.
-Άντε, θα τα πάρουμε;
-Βιάζεσαι;
-Ναι θέλω να δω που θα πάμε, άντε να ξεκινήσουμε σιγά σιγά!
Άθελα μου ξαναβάζω τα γέλια, με λίγη πίκρα όμως αυτή τη φορά. Και τότε ξαφνικά κάτι αλλάζει μέσα μου. Δεν ήθελα να φύγω ακόμα ρε γαμώτο. Κι ας ήξερα ότι δεν θα κρατούσε για πολύ αυτή η ενστικτώδης επανάσταση μου απέναντι στο θάνατο. Απλά δεν ήμουν έτοιμος. Είχα μπροστά μου κάποιον όμως που απ’ ότι φαίνεται ήταν.
-Όλα καλά;(κοιτώντας με ανήσυχος τώρα)
-Ναι μια χαρά. Έτοιμος;
Δεν είχα ξαναδεί κάποιον να πεθαίνει. Ειδικά εμένα. Θα ήταν σίγουρα ενδιαφέρον. Κι αν μου έλειπε μετά, σιγά. Θα έψαχνα να βρω τον καθηγητή μου για να τον ξαναφέρω. Και τότε ίσως τον ακολουθούσα. Ίσως και όχι.
-Έτοιμος!
-Ωραία πάμε.
Τον έβλεπα να καταπίνει ένα ένα τα χάπια μαζί μου(αν κι εγώ βέβαια απλά τα έβαζα στο στόμα μου, όπως είπα και πριν, ήταν ένα μεγάλο μωρό) και χαμογελούσα κάθε φορά που με κοίταζε(λες και ήθελε επιβεβαίωση ότι όλα πάνε καλά). Όταν τελείωσε γύρισε σε εμένα.
-Τελείωσα.
-Μπράβο! Μισό λεπτό(πήγα και έφτυσα τα δικά μου στο μπάνιο γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω με τα μαλακισμένα). Λοιπόν τώρα θα περιμένουμε κανά δεκάλεπτο και μετά φεύγουμε οκ;
-Οκ!(ακόμα ενθουσιασμένος)
Σιγά σιγά τον έβλεπα να γέρνει πίσω μα πάντα ξανασηκωνόταν και με κοίταζε. Μετά από μια δυο φορές που έπεσε με ρώτησε αν αισθάνομαι κι εγώ λίγο περίεργα. Του είπα «ναι λίγο, αλλά είναι φυσιολογικό» και ηρέμησε. Ένα δύο λεπτά μετά άρχισαν οι σπασμοί και οι αφροί από το στόμα. Τον κοίταζα να με παρακαλάει να τον βοηθήσω, χωρίς να μπορεί να μιλήσει φυσικά, και του αντιγύριζα το βλέμμα αδιάφορα. Τι μπορούσα να κάνω πια; Ε λίγο μετά όλα είχαν τελειώσει. Και στ’ αλήθεια ένιωθα τόσο ζωντανός και δυνατός που πραγματικά απορούσα τι με είχε πιάσει και ήθελα να αυτοκτονήσω. Αφού τακτοποίησα το πτώμα όσο καλύτερα μπορούσα(δεν έχει σημασία) κάθισα να σκεφτώ. Όχι δεν άρχισα τότε να γράφω αυτή την ιστορία. Τότε τα συναισθήματα μου ήταν τέτοια που δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά για να γράψω. Τότε από τη μια απλά έκλαιγα για τον μόνο άνθρωπο που θα μπορέσω να συνδεθώ ποτέ και από την άλλη, αισθανόμουν δέος και άρρωστη περηφάνια για το ότι τον έκανα ότι ήθελα, ακόμα και να τον βάλω να σκοτωθεί κατάφερα. Είχα τόσο πλήρη έλεγχο που με μεθούσε.
Όχι φυσικά και δεν μετάνιωσα. Δεν σκότωσα άνθρωπο. Εμένα σκότωσα. Και για την ακρίβεια δεν σκότωσα κανένα απλά τον άφησα να σκοτωθεί. Και αν πραγματικά είναι τόσο τρομερό θα τον ξαναφέρω εδώ να τον έχω. Γιατί βλέπεις τις προάλλες που ήμουν στο υπολογιστή ξανάπεσα σε μια γνώριμη διαφήμιση. Για άλλη πόλη φυσικά, αλλά δεν πειράζει πάντα μας άρεσαν τα ταξίδια σωστά;
-Σωστά!



 

























Με έχει για ηλίθιο. Ο ηλίθιος. Ας έχει χάρη που τον ερωτεύτηκα το μαλάκα. Αν δεν τον αγαπούσα, θα είχα ορμήσει να του ξεσκίσω το λαιμό με τα δόντια. Ξέρω ότι θέλει να με σκοτώσει. Νομίζει ο βλάκας ότι μπορεί να με ξεγελάσει επειδή μου χαμογελάει. Δεν καταλαβαίνει ότι όσο μπορεί να ξεγελάει τον καθρέφτη του, τόσο μπορεί και μένα; Δεν πειράζει όμως. Εγώ ξέρω πως είναι η ανυπαρξία και ο θάνατος(ή έτσι νομίζω). Πάντως μια φορά εγώ δεν χάνω τίποτα με το να πεθάνω. Σίγουρα όχι τόσα όσα αυτός. Ίσως για αυτό κανείς να μην θέλει να πεθάνει εδώ. Αγκιστρώνονται στη ζωή επειδή είναι το μόνο που γνωρίζουν. Επειδή με τόσα χρόνια που περνάνε εδώ συνηθίζουν τη ζωή και φοβούνται να την αφήσουν. Δειλοί. Εγώ δεν φοβάμαι να φύγω. Ξέρω πως κάποια στιγμή θα ξανακαλεστώ. Και θα ξαναζήσω. Κι αν όχι, τι; Θα το θυμάμαι; Άντε γαμηθείτε, γειά τώρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου