Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

I'm going in for the kill, i'm doing it for a thrill, i'm hoping you'll understand



1.  https://www.youtube.com/watch?v=bCdH5g6YgQM

Ακόμα φωνάζουν κάτω. Μόλις τελείωσε αυτό που θα έμενε γνωστό ως ο σεισμός του ’13. Η μάνα μου ουρλιάζει να κατέβω. Της απαντάω πως κατεβαίνω, ουρλιάζοντας κι εγώ. Κοιτάω εδώ και ώρα σαν υπνωτισμένος το τζάμι της μπαλκονόπορτας μου. Έχει ραγίσει από το σεισμό και φαίνεται πολύ εντυπωσιακή. Αλλά δεν την κοιτάω εντυπωσιασμένος, την κοιτάω απογοητευμένος. «Μετασεισμοί!» σκέφτομαι και το ενδιαφέρον μου ανανεώνεται. Μια μικρή δόνηση αρκεί(πρέπει να αρκεί!) για να σπάσει επιτέλους το τζάμι. Η μπαλκονόπορτα μου βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι μου, στο οποίο είμαι ξαπλωμένος και περιμένω. Υπολογίζω ότι τα γυαλιά θα προσγειωθούν στο μεγαλύτερο μέρος τους στο κρεβάτι αλλά δεν ανησυχώ μην κοπώ, δεν θα πέσουν δα και με τόση δύναμη. Ξαφνικά ακούω δυνατό rnb από το δρόμο(μένω στη Θηβών) και βρίζω πάλι τον τυχαίο μαλάκα που(μετά από σεισμό, φαντάσου)αποφάσισε να βάλει τέρμα τα πανάκριβα ηχεία του και να βγει να μας πρήξει τον πούτσο. ΚΡΑΤΣ! Και αρχίζω να γελάω σαν τρελός! Δεν χρειάζεται πια σεισμός! Αρκεί ο μαλάκας και το υπερβολικό μέχρι αηδίας μπάσο του. Δεν πειράζει, σκέφτομαι, η δουλειά μου έγινε. Και αρχίζω να ψάχνω στο κρεβάτι να βρω αυτό που χρειάζομαι. Δεν χρειάζεται να ψάξω πολύ. Όντως τα γυαλιά είναι μικρά αλλά, ευτυχώς, βρήκα ένα μεσαίου μεγέθους, σχετικά μακρόστενο, που θα μου κάνει τη δουλειά μου μια χαρά. Το σηκώνω, παίζω λίγο με την αντανάκλαση του πάνω στον απογευματινό ήλιο και αρχίζω. Αλήθεια, η μαμά μου που με ήθελε γιατρό, θα ήταν περήφανη. Χειρούργος! Το παίρνω στο καλό μου(το δεξί) και αρχίζω γρήγορα. Ή γρήγορα ή καθόλου, σκέφτομαι. Χλατς χλατς, δυο κοψίματα στο ύψος του καρπού, αμέσως άλλα δύο στον αγκώνα και μετά μια όμορφη λεωφόρος(η Θηβών!) ανάμεσα. Αλλάζω χέρι και ξαναρχίζω, λίγο πιο αργά τώρα(κωλοαριστερό). Ευτυχώς δεν χάνω το κουράγιο μου. Με το που τελείωσα τα κοιτάω. Φαίνονται ωραία, το κοψίματα είναι σωστά, δεν πονάνε, σχεδόν. Ααααααχ, απόγευμα, ήλιος μαγιάτικος και όλοι να λείπουν. Παράδεισος.

2.  https://www.youtube.com/watch?v=tvCXqmYzREo

Όταν άρχισε η φωτιά στο κτίριο του υπουργείου οικονομικών ήταν ώρα αιχμής. 12 το μεσημέρι, Τρίτη, μετά από τριήμερο. Της πουτάνας το κάγκελο γινότανε. 5ος όροφος, εξυπηρέτηση επιχειρήσεων με χρέη στο κράτος. Η ουρά μέχρι τα ασανσέρ. Μέσα σε αυτή την ουρά έβλεπες λογής λογής τυπάδες. Άλλοι ίδρωναν, άλλοι με έκφραση αποφασιστικότητας, άλλοι πανικοβλημένοι. Ένας μόνο ήταν ήρεμος. Ήξερε πως δεν την γλυτώνει τη φυλακή. Είχε φροντίσει να αποκλείσει λοιπούς συγγενείς από τα χρέη και τώρα απλά ερχόταν να δηλώσει πόσο δεν έχει να πληρώσει και να του κάνουν ο,τι είναι να του κάνουν. Η γυναίκα του την προηγούμενη του είχε δηλώσει ξεκάθαρα: «Με εγκληματίες εγώ δεν θέλω πάρε δώσε. Πήγαινε αύριο, τακτοποίησε ο,τι είναι να τακτοποιήσεις και μην ξαναγυρίσεις. Αρκετά μας έφαγες τη ζωή». Τα παιδιά του δεν τα χαιρέτησε. Θα τα έπαιρνε κάποια στιγμή όταν ηρεμούσαν τα πράγματα, σκεφτόταν. Απλά ντρεπόταν ο καημένος. Αλλά λέγαμε για τη φωτιά. Δυστυχώς για κάποιους, η φωτιά δεν άρχισε από τον πέμπτο. Άρχισε από τον από κάτω όροφο. Πριν καν καταλάβουν τι συμβαίνει, όλοι όσοι ήταν στον πέμπτο και τον έκτο όροφο ήταν αποκλεισμένοι. Όταν άρχισε ο καπνός να γεμίζει τον όροφο, κάποιοι άρχισαν να ουρλιάζουν από τα παράθυρα στις πυροσβεστικές από κάτω να βιαστούν. Λες και χρειάζονταν υπενθύμιση! Αλλά είχαν 2 ορόφους κόλαση να περάσουν μέχρι τον πέμπτο. Η φωτιά σε αυτά τα ψευτοκτίρια απλώνεται σαν… ε, σαν φωτιά! Πολύ πριν προλάβουν να αντιδράσουν οι πυροσβέστες, οι άνθρωποι του πέμπτου είχαν αρχίσει να πνίγονται. Και άρχισαν φλόγες να εμφανίζονται στις σκάλες, σε φωταγωγούς και να εξαπλώνονται και στα γραφεία γύρω. Εκεί κοντά ήταν που άρχισαν όλοι να τρελαίνονται. Όσο κι αν φώναζαν από κάτω να μείνουν όλοι ψύχραιμοι, ήταν δύσκολο. Δεν πήρε πάνω από 10 λεπτά μετά να αρχίσουν να πηδάνε από τα μπαλκόνια. Όλοι όσοι διατηρούσαν τα λογικά τους είχαν στριμωχτεί στα παράθυρα για να αναπνέουν όσο μπορούν τον φρέσκο αέρα απ’ έξω. Ο υπερχρεωμένος μας φίλος κοιτούσε κάτω. Πάντα του άρεσαν τα ύψη. Σκεφτόταν, όχι τη φωτιά, όχι το πόσο πνιγόταν. Τη γυναίκα του. Που δεν του φώναζε επειδή τον μισούσε αλλά επειδή φοβόταν. Φοβόταν ότι θα καταλήγανε φτωχοί και άστεγοι όπως τόσοι γύρω από την είσοδο του σπιτιού τους, που θα βάζανε τα παιδιά τους να δουλεύουν δούλοι για να έχουν να τρώνε και θα πηγαίνανε σε κάποιο ετοιμόρροπο σπίτι απλώς και μόνο για να μη βρέχονται το χειμώνα. Δεν την κατηγορούσε που σκεφτόταν έτσι. Αυτή όμως γιατί κατηγορούσε αυτόν; Ήξερε ότι δεν έφταιγε αυτός για αυτό που συμβαίνει. Και πήδαγε κόσμος από τα παράθυρα. Και φώναζαν από κάτω να μείνουνε ήρεμοι. Και τελικά πήρε και αυτός θέση, κάνοντας ότι θέλει να είναι πιο κοντά στον καθαρό αέρα γιατί ντρεπόταν. Στάθηκε όρθιος και χαμογέλασε. Δεν τον κοίταζε κανείς. Είκοσι δευτερόλεπτα αφότου έσπασαν την πόρτα οι πυροσβέστες, πήδηξε. Στο τσακ δεν τον έπιασαν να τον τραβήξουν. Πριν πηδήξει τρεμούλιασε λίγο το χαμόγελο του. Πολύ λίγο.

3.  https://www.youtube.com/watch?v=7pl2L-ldozI

Έχει αρχίσει να παίρνει αυτά τα χάπια ένα μήνα τώρα. Δεν είναι για κάτι σοβαρό αλλά υπήρχε μια παρένθεση που δεν της έδωσε κανείς σημασία: «Να μην χρησιμοποιείται από άτομα με ιστορικό κατάθλιψης». Αυτός το διάβασε αλλά δεν ασχολήθηκε. Σιγά μην τον επηρέαζαν. Κάθεται τώρα σε μια τουαλέτα, σε ένα μπαρ κάπου στην Αθήνα, παίζοντας, περνώντας το μαχαίρι του από το ένα χέρι στο άλλο. Κάτι του θυμίζει αυτή η κίνηση αλλά δεν του ‘ρχεται. Και παίζει με το μαχαίρι. Μια τη λαβή στο δεξί, μια στο αριστερό. Σκέφτεται παράλληλα. Σήμερα το απόγευμα. Είχαν μόλις τελειώσει να τρώνε με την κοπέλα του στο σπίτι της μάνας του. Με την πρώην κοπέλα του, μάλλον. Της είπε: «Θέλω να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί σου». Ποτέ δεν ήταν εκδηλωτικός. Για αυτό ίσως και να παραξενεύτηκε. «Πρέπει να έχεις ζωή για να τη μοιραστείς με κάποιον», του απάντησε. Και έφυγε. Αλλά όχι… Πιο πριν, κάτι είχε γίνει με το μαχαίρι… Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα. Ξαφνικά θυμήθηκε! Ήταν μια φράση που λέει η γιαγιά του πάντα. 

Απλώνει το χέρι.
-Γιαγιά μου δίνεις το μαχαίρι;
-ΙΙΙΙΙ ποτέ χέρι με χέρι το μαχαίρι παιδί μου! Θες να μαχαιρωθούμε;

Αυτό ήταν! «Θεέ μου τι αστείο!» λέει στον εαυτό του και καρφώνει τη λεπίδα στο θώρακα, λίγο αριστερά. Εκεί που πρέπει ακριβώς. Δεν βρίσκει δύναμη να ξαναβγάλει το μαχαίρι. Νιώθει πως πρέπει να το ξανακαρφώσει, να σιγουρευτεί, δεν θέλει να τον βρουν εδώ μέσα στα κάτουρα και τα σκατά και να ξυπνήσει αύριο σε ένα νοσοκομείο με τους φίλους του να τον κοιτάνε στραβά. Αυτή είναι η τελευταία του σκέψη. Πρέπει να το βγάλει, να το ξανακάνει. Πρέπει να την τελειώσει τη δουλειά. Αυτή είναι η τελευταία του σκέψη. Είναι λίγο θλιβερό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου