Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Μελλλλλλόδραμα



Λεβεντιά, γρήγορος να ‘σαι σαν το ποτάμι.
Ρε παιδιά, τυφώνες να ‘μαστε τρομεροί.

Είναι, σίγουρο, πως, χάνω, φάσεις.

Ακούω Συνθετικούς και λέω μπράβο στο φίλο μου το Ρωμανό που τους βρήκε. Συγχαρητήρια από δω, ευχαριστώ από κει, φιλάκια σε σένα, αγκαλιά στον άλλον, καλές συμπεριφορές και πράξεις, ανεκτίμητες στιγμές σ’ αυτό τον κόσμο. Ριντίκουλους.

Η αγαπημένη μου λέξη αυτό τον καιρό είναι η λέξη Ντετερμινισμός.

Επειδή δεν βρίσκω ένα καλό λόγο να κάνω μια καλή πράξη αποφασίζω να λέω την κάθε καλή μου πράξη γούστο μου καπέλο μου και να την κάνω με το έτσι θέλω. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να λυπάμαι που πεθαίνουν άνθρωποι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να στεναχωριέμαι για τα ζωάκια που πεθαίνουν και εξαφανίζονται και βασανίζονται. Δεν υπάρχει κανένας λόγος. Δεν είναι θέμα επιβίωσης, δεν με απασχολεί αν εκλείψει η καρέτα καρέτα, δεν θα πεινάσω ούτε θα χάσω το νερό μου από αυτές τις ανόητες χελώνες. Και ακόμα πιο πολύ. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να νιώθω άσχημα για τις επόμενες γενιές και τον κόσμο που θα τους αφήσω. Δεν με νοιάζει τι θα κάνει το παιδί μου, πρώτα και κύρια γιατί μπορεί και να μην κάνω παιδί αν δε θέλω. Αλλά και να έχω παιδί μπορώ να του πω ότι όπως τα βρήκε, έτσι είναι, ας κάνει ο,τι καταλαβαίνει. Δεν είμαι υποχρεωμένος να κάνω κάτι για αυτό το παιδί και για οποιονδήποτε γενικώς.

Θα μπορούσα να αφήσω τον κόσμο να πεθάνει όσο τρώω παγωτά, κλεμμένα από ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της ΕΒΓΑ, δίπλα σε ένα άδειο και μισογκρεμισμένο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο που τα κεφαλαία του έχουν από καιρό βγει από μπροστά. Θα μπορούσαν να αράξω στη μέση της ιεράς οδού που κανείς δεν περνά πια και σίγουρα κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει πως τη λένε, να αράξω τρώγοντας ξυλάκι παγωτό και ακούγοντας την ησυχία, το κενό, τον άνεμο στα φύλλα των δέντρων του γεωπονικού, να βλέπω μακριά το δρόμο και τις γραμμές του τρένου, που κανένα τρένο δεν ταξιδεύει σε όλα τα χιλιόμετρα της γραμμής, πίσω μου θα έχω ατελείωτα χιλιόμετρα προηγούμενων τόπων εγκατάστασης ζώων και φυτών, μπροστά μου, σε λιγότερο από μιας μέρας περπάτημα τη θάλασσα που θα είναι ακόμα ωραία γιατί ακόμα θα κινείται και θα τρώω το ξυλάκι, θα τελειώσει, θα σηκωθώ, θα διαλέξω μια περιοχή που δεν την είχα επισκεφθεί ακόμα και θα πάω.

Περπατώντας, θα χαθούν τα δέντρα, τα φυτά, τα μανιτάρια από τις άκρες του δρόμου όπου πέθαναν όλοι αυτοί που ζούσαν κάποτε εδώ. Θα χαθούν γιατί, αν δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει ζωή. Τίποτα. Είμαι εγώ και έχω περιθώριο 2-3 μέρες να περπατήσω στα αγαπημένα μου μέρη, να τα γεμίσω από τις αναμνήσεις μου, να θυμηθώ καλά πράγματα, κακά πράγματα, να εξερευνήσω τα μέρη που πάντα ήθελα να πάω αλλά δεν έκατσε να πάω ποτέ. Θα αρχίσουν τα φαντάσματα των ανθρώπων που ήθελα να είναι μαζί μου να γεμίζουν την πόλη μου, αυτή την πόλη των φαντασμάτων, θα χαιρετώ ανθρώπους που δεν θα ‘ναι ποτέ ξανά εκεί, θα θυμάμαι όμορφα πράγματα και μόνο αυτά γιατί αυτά αρκούν για να πονέσω, δεν υπάρχει καν ανάγκη να θυμηθώ τα άσχημα αφού αυτά τα έχασα και είναι καλό, θα θυμηθώ την ευτυχία, θα θυμηθώ τη φιλία και τη διασκέδαση, τις βόλτες, το κέντρο, την πλάκα, τις μπύρες, το καλοκαίρι, το ινδικό, την Ερμού, την Καρύτση, τα πάρτι, το 790, το λόφο, τις ανηφόρες, τις κατηφόρες, το τρέξιμο πίσω από το τρόλευ, τη σχολή μου, τις άλλες σχολές που πήγα και παρακολούθησα μαθήματα για τη φάση, και πάντα και στο τέλος και στην αρχή θα θυμάμαι άτομα, ονόματα, αμέτρητα ονόματα, αμέτρητα πρόσωπα, θα έχω ξεχάσει χαρακτηριστικά αλλά θα θυμάμαι τα μέρη που τους βρήκα, που τους είδα, που τους περίμενα, που με περίμεναν, που τους πήρα να τους ρωτήσω που είναι να πάω να τους βρω.

Ονόματα, αμέτρητα ονόματα.

Θα φωνάζω αμέτρητα ονόματα.

Κώστας, Μαρία, Θανάσης, Ειρήνη, Ματίνα, Ρωμανός, Διονύσης, Κώστας, Κατερίνα, Δήμητρα, Γιώργος, Γιάννης, Γιάννης, Αργύρης, Αλέξανδρος, Παναγιώτης, Ιωάννα, Ιωάννα, Ελένη, Ελένη, Κωνσταντίνα, Γιάννης, Παναγιώτης, Θανάσης, Πέτρος, Ανδρομάχη, Μαρίτα, Αλίκη, Θάνος, Κώστας, Μαρία, Ίριδα, Θοδωρής, Θοδωρής, Αρά, Αρμέν, Ελένη, Ειρήνη, Βάσω, Θάνος, Ειρήνη, Αλεξάνδρα, Βασούλα, Νατάσα, Κατερίνα, Άννα, Ελένη, Έφη, Βασίλης, Χριστίνα, Μαρία, Γιάννης, Αναστασία, Εύα, Σάμυ, Νανά, Γεύη, Γιάννης, Δημήτρης, Ιωάννα, Χριστίνα, Αλεξάνδρα, Νατάσα, Άννυ, Τάσος, Δημήτρης, Αφροδίτη, Αφροδίτη, Τζένη, Παναγιώτης, Ελισάβετ, Σταυρούλα, Νότης, Μάκης, Βάσω, Μάριαμ, Μάριος, Δανάη, Άντα, Μενέλαος, Άρης, Λουκάς, Κωνσταντίνα, Έλενα, Πελαγία και τα ονόματα δεν θα τελειώνουν, δεν θα τελειώνουν και δεν θα τελειώνουν.

Θα ‘ ναι όλοι τους νεκροί κι εγώ έμεινα εδώ από τύχη, όχι από κακία αλλά από απλή αγορίστικη απροσεξία.

Θα ‘ναι όλοι τους νεκροί κι εγώ θα τους φωνάζω να γυρίσουν να παίξουμε πάλι, να τρέξουμε πάλι.

Θα ‘ναι όλοι τους νεκροί και με κάθε μου φωνή, με κάθε μου όνομα θα πεθαίνω κι εγώ σιγά σιγά. Με κάθε όνομα θα φεύγει και ένα κομμάτι. Και όταν τα τελειώσω όλα, θα έχουν φύγει τα καλύτερα μου κομμάτια, άλλα πιο μεγάλα, άλλα πιο μικρά και αυτό που θα μείνει θα ‘ναι μισό, θα ‘ναι το τίποτα κι έτσι θα εξαφανιστεί κι αυτο και στη γη θα μείνει το τίποτα, κανένας οργανισμός, μόνο πέτρες και αφιονισμένο νερό. Και ποιος θα νοιαστεί;

Κανείς δεν θα νοιαστεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου