Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Ένα άλμα μπρος, δύο βήματα πίσω



Δύο ενότητες. Ένα συμπέρασμα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

ΕΝΟΤΗΤΑ 1η

Η πρόσκληση. 

Ένα άλμα μπρος, δύο χρόνων βήματα πίσω: 

Σε ένα από τους αμέτρητους πλανήτες που υπάρχει έλλογη ζωή, σε ένα από τα μιλιούνια των αστεριών που δίνουν ενέργεια για άπειρες σκέψεις σε κάθε πλάσμα, κάθε δευτερόλεπτο, υπάρχει ένα μέρος με παράξενα όντα. Αυτά τα όντα περπατάνε ακριβώς όπως λέω στην αρχή: ένα άλμα μπρος, δύο βήματα πίσω. Δεν είναι συνήθεια, μην μπερδευτείς. Δεν το κάνουν για κάποιο τελετουργικό ή κάτι παρόμοιο. Έτσι μόνο μπορούν να πάνε μπροστά. Και όποια από αυτά τα πλάσματα γερνάνε και δεν μπορούν πια να υπερπηδήσουν τα 2 βήματα τους, είναι καταδικασμένα να πεθαίνουν στο σημείο που έμειναν.

Η πρόκληση.

Αν δεν μου αρέσει αυτό που βλέπω, πρέπει να αγαπάω αυτό που θυμίζει;
Αν δεν αγαπάω αυτό που είναι, πρέπει να μισώ αυτό που θα γίνει;
Αν αγαπάω αυτό που θυμάμαι, πρέπει να περιμένω να γίνει ξανά;

Το κα είναι ρόδα και οι ρόδες γυρίζουν,
και κάθε καρφί που πατάς,
θα το βλέπεις μπροστά σου,
σε κάθε στροφή που γυρνάς.

ΕΝΟΤΗΤΑ 2η

Τσοπάνα ρέιβ ρε.

Θα ξεκίναγα να γράψω κάτι περίεργα και καλά θυμωμένα πράγματα για να σε πικάρω λίγο και να γελάσω αν τα πάρεις στα σοβαρά. 

Θα έγραφα ότι είσαι μαλάκω και σιχαμένη. Ότι η φάση είναι λίγο γτπ  και εσύ λίγο φέιλ και να διασκεδάσω με μένα και τις τρολλιές μου. 

Αλλά στην πορεία ξενέρωσα και στ’ αλήθεια δεν φταις εσύ. Κανένα πρόβλημα στ’ αλήθεια, δεν θυμώνω εύκολα και δεν πειράζομαι εύκολα αν έχω τα κέφια μου. Και σήμερα τα έχω η αλήθεια είναι. 

Απλά βαρέθηκα να το κάνω θέμα ενώ δεν είναι.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Μικρά κόκκινα αχλάδια



Θυμάμαι που πέρναγαν 12 ώρες και μου φαινότανε αιώνας όταν δεν μιλάγαμε. Και τώρα που έχει περάσει  στ’ αλήθεια αιώνας, ίσως να νιώθω και λίγο καλύτερα. Αλλά πάλι, αν ένιωθα καλύτερα, δεν θα ανέβαινα πάνω με τέτοια μυαλά, ούτε θα κοιμόμουνα με την κωλο-ομάδα που δεν στηρίζω. Και αν δεν καταλαβαίνεις τι λέω, είναι απλά επειδή νομίζω ότι η χαρά βρίσκεται στην ανακάλυψη. 

Πήρα απόφαση να σε μισήσω γιατί είναι καλύτερο και για τους δύο. Θα φέρομαι ανάλογα και αυτό ναι, είναι προειδοποίηση. Μην φοβάσαι όμως είτε μισώ είτε αγαπώ κάποιες φορές φέρομαι το ίδιο, οπότε ίσως να μην προσέξεις διαφορά! 

Άμα σε ξαναδώ θα είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι εσύ κι εγώ. Ίσως να μη θυμάσαι πια τι με έκανε να ντρέπομαι και μάλλον εγώ δεν θα θυμάμαι τίποτα γιατί η μνήμη μου δεν με βοηθάει και πολύ γενικά. Άμα σε ξαναδώ ελπίζω να έχω ξεχάσει ποια είσαι κι εσύ ποιός είμαι. Μόνο έτσι θα γίνει δουλειά.

Κι ένα τραγουδάκι τώρα γιατί μόνο με τη μουσική τα πάω καλά μου φαίνεται.

Σ' αγαπώ και το καρπούζι
είναι full από κουκούτσια
Το ροδάκινο δαγκώνω
Μου λερώνουν τα παπούτσια

Σ' αγαπάω και το ξέρεις
μη φοβάσαι πια τα βράδια
θα σου φέγγουν να βαδίζεις
μικρά κόκκινα αχλάδια

Σ' αγαπάω και μη φοβάσαι
ο χειμώνας θα περάσει
κι όταν φτάσει καλοκαίρι
θα στο πω μ'ένα κεράσι

Σ' αγαπάω και μπάντζι - τζάμπινγκ
άμα θες να κάνεις κάν' το
μα όσο στο κενό θα πέφτεις
τρώγε και ένα αβοκάντο

Σ' αγαπάω και για να φύγει
η πικρή σου στενοχώρια
θα σου δίνω εγώ φιλάκια
όσα του ροδιού τα σπόρια

Σ' αγαπάω και δεν γουστάρω
κάθε βράδυ να' ναι ίδιο
την ανία για να σπάσω
τρώω ένα ακτινίδιο

Σ' αγαπάω κι ενώ τρέχεις
ξέγνοιαστος σε μια αλάνα
σαβουριάζεσαι και πέφτεις
δεν την είδες τη μπανάνα;

Σ' αγαπάω κι αυτά τα λόγια
έτσι μην τα προσπερνάς
η μοναξιά είναι σκληρή
όπως κι ένας ανανάς

                                           Bonitinia

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Ανάθεμα σε, φίλτρο!



Ήταν ώρα να μιλήσω. Ε και άνοιξα το στόμα μου. Μα πριν μιλήσω θα σας δώσω ένα τραγούδι γιατί χωρίς μουσική όλοι θα πεθαίναμε. 


Ωραία τώρα που ακούμε γλυκούς ήχους (και ελπίζω να είναι βράδυ όταν το διαβάζετε) ας μιλήσουμε. Θα μιλήσω εγώ πρώτα εντάξει; Και θα πω για το ξημέρωμα. Που είναι το χειρότερο πράγμα στον κόσμο. Και για να μπούμε στο κλίμα: 


Ακούω πολλούς να χαίρονται να βλέπουν τον ήλιο να βγαίνει. Να χαίρονται που ξημερώνει και είναι εκεί για να το δουν. Που κάθονται στα μπαλκόνια τους, στις ταράτσες τους, σε πάρκα, πλατείες, παραλίες, παντού. Και βλέπουν τον ήλιο να σηκώνεται, σαν αρχηγός που είναι και να τους κοιτάει. Αλλά δεν κοιτάει απλά. Καρφώνει. Ανεβαίνει πάνω από τις δυνάμεις μας και κοιτάει με βλέμμα αδιάφορο μέχρι εκεί που φτάνει το δικό σου, και ακόμα παραπέρα μέχρι την εσχατιά του μικρού σου ορίζοντα. Και κοιτάει. Και καίει. Αχ πόσο τον μισώ.
Στην αρχή βλέπετε είναι όμορφα. Ξυπνάς το μεσημέρι και ενώ καίει, σοφά κρύβεσαι από τη σκληρή του λάμψη και περιμένεις. Σιγά σιγά φεύγει. Και σιγά σιγά ηρεμείς. Και έρχεται η νύχτα μετά. Η γαλήνια, απολαυστική νύχτα. Που δεν πονάνε τα μάτια σου όπου και να κοιτάξεις. Που δεν σε πιάνει πονοκέφαλος. Που ξέρεις ότι σε λίγο όλοι θα πάνε να ονειρευτούνε και εσύ θα βρεις λίγο χώρο και χρόνο να ζήσεις. Και έτσι γίνεται όντως. Μαζί με τον σκληρό ήλιο φεύγουν και οι αηδιαστικοί, σιχαμένοι, γεμάτοι ζωντάνια άνθρωποι που μόνο σε ενοχλούν και βρίσκεις επιτέλους ησυχία. Σταματάνε όλες οι ανούσιες εργασίες που μόνο εσένα δεν ενδιαφέρουν. Όλα μοιάζουν να χαμηλώνουν την ένταση και όλοι μοιάζουν(όσοι δεν κοιμούνται τουλάχιστον) πιο χαρούμενοι. (Ή απλά μπορεί να μην βλέπω καλά στο σκοτάδι. Δεν με νοιάζει όμως.) Και τότε συμβαίνει. Εκεί που έχει αρχίσει το όμορφο κρύο της μέσης της νύχτας, ο ανήθικος ήλιος αποφασίζει να ξανάρθει, λες και δεν έκανε αρκετό κακό την προηγούμενη μέρα.
Πρώτα αρχίζει με μια φαινομενικά αθώα αλλαγή του μαύρου σε βαθύ μπλε στην καταραμένη ανατολή. Αμέσως μετά σβήνουν οι φάροι της πόλης και αφήνεσαι να προσκρούσεις στο βράχο του πρωινού.


Πριν το καταλάβεις τα χρώματα διαδέχονται το ένα το άλλο, όχι πια σε ένα σημείο αλλά σε όλο τον ορίζοντα. Και αργά αργά(ή και όχι τόσο αργά) ο κόσμος ξυπνά. Και πέφτει όλο του το βάρος πάνω σου. Και συνειδητοποιείς ότι είναι πλέον αργά να κοιμηθείς. Θες να βάλεις τα κλάματα που δεν έχει άλλη ησυχία για σένα, που τώρα όλοι θα ξυπνήσουν κι εσύ το μόνο που θες είναι να κοιμηθείς. Θες να τρέξεις σπίτι σου, να κλείσεις τα παντζούρια σου, και να κοιμηθείς. Απλά να κοιμηθείς. Και σσσσσσσσς, να έχει ησυχία. Και αν δεν έχει δεν πειράζει, ξάγρυπνος ήσουν, νυστάζεις τόσο που δεν πειράζει. Απλά να μην ξαναδείς αυτή τη κίτρινη τιμωρία να σε κοιτάει με το φωτεινό της μάτι.

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Διαλέγω την Μπίατριξ Κίντο




Ξέρεις, έχω κάνει πολλά πράγματα, πολλά καλά και κακά.
Αλλά ποτέ δεν έκανα κάτι που να σκοτώσει το πνεύμα μου.
Λοιπόν, βλέπω πολλούς ανθρώπους με ταφόπλακες στο βλέμμα τους.
Αλλά ο Σπρώχτης δεν νοιάζεται, αν θα ζήσεις ή αν θα πεθάνεις.

Κατάρα, στον Σπρώχτη.*


Μπορεί οι πρέζες να είναι αμέτρητες,
Και όλες τους με διαφορετικό τρόπο σε κρατάνε.
Σιχαίνομαι την πρέζα λέω κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ,
Αλλά κάθε που ξυπνάω πάλι θα πιω και θα μασήσω.

Αν είχα τα λεφτά θα γέμιζα το κενό μου με λογής λογής ομορφιές,
Θα ήταν όλες μπουκώματα χαράς, στο πνευματικό μου στόμα,
Και τι χαρά τότε, τι απέραντη χαρά!

Δεν έπρεπε να ξέρω ποδήλατο, μου πήρε την υπομονή,
Και τώρα βιάζομαι να πάω κάπου να μη μου κορνάρουν,
Γιατί όσο μου φωνάζουν,
τόσο δεν θέλω να με κεράσουν από την τρίπολη.

Τα κόμικ σου τα λατρεύω και ας τα παρατάς από δω κι από κει,
Μου δίνουν ιδέες ζωντανές και χορευτικές,
Σαν και μένα παλιά, που έτρωγα ακόμα πιο πολύ
Αλλά δεν πείραζε τότε, θυμάσαι το ’10;

Δεν θυμάσαι είμαι σίγουρος κι ας στα έβαλα με το ζόρι στο κεφάλι,
Η μνήμη είναι επιλεκτική η πουτάνα,
Μπορεί να με επιλέγουν πάντα πρώτο και να το κέρδισα επάξια,
Αλλά η μνήμη σου δεν παίζει ποδόσφαιρο, σωστά;




*  The Pusher-Steppenwolf


Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Αχ το κεφάλι μου



Οι μπύρες μου χτυπάνε το κεφάλι. Και οι σκέψεις μου χτυπάνε το κεφάλι. Νιώθω πως κάθε μου σκέψη πια αφορά αίματα, θανάτους, πόνο και λύπηση. Μπύρες μπύρες και κανά ηπειρώτικο για αλλαγή. Και βρισίδια πάντα από μέσα μου για να μην με πούνε κακό. Η που θέλουμε πάντα να υπάρχει μου μίλησε σήμερα και μου μίλησε καλά. Τι καλή. Αλλά δεν ξέρω αν φτάνει. Ίσως και ναι. Η άλλη που έχει πιο ωραίο όνομα έχει να μου μιλήσει τόσο καιρό. 3 μέρες είναι μην φανταστείς. Και δεν θέλω κιόλας. Και πάλι θα αναρωτιέμαι για την καταγωγή. Και πάλι υποθέτω κανείς δεν καταλαβαίνει τι γράφω… αλλά αν κάποιος ενδιαφέρεται υποθέτω μπορεί να με ρωτήσει. Ένα ποτήρι αλκοόλ. Τι είναι άραγε; Τι προκαλεί; Παράξενο και κανείς δεν φαίνεται να εντυπωσιάζεται. Σου ανοίγει πόρτες, σου κλείνει πόρτες, σε κάνει κακό, σε κάνει καλό σου δίνει φτερά, στα κόβει. Τι στο διάολο είναι; Το έβλεπα σήμερα στο ποτήρι μου και τρόμαζα. Και αν γίνω κακός; Και αν δεν με συμπαθούνε πια όταν το πιω; Αχ παρακαλώ μη με αποπάρετε όταν πιω, όχι σαν την πριγκήπισσα, δεν τα εννοώ, είμαι καλό παιδί στ’ αλήθεια. Μη με μισείτε, δεν μ’ αρέσει να με μισούν. Αύριο το πρωί που θα ξυπνήσω θα κάνω τα 5 από τα 20 το υπόσχομαι και όλα θα είναι καλύτερα. Το υπόσχομαι. Και σας αγαπάω όλους. Και πολύ.