Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Και άντε γαμήσου ξανά και ξανά



Ένα διάλειμμα. Ε μπρέικ. Αυτό είναι για όλους τους σκύλους. 

Θυμήσου, δεν έχεις επιλογές. Αυτό είναι η πεμπτουσία των ημερών. Σκεφτόμουν χτες τι μεγάλη παγίδα είναι το «τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία». Όχι δεν την φέρνουν. Τότε γιατί κάποιοι να έχουν πιο πολλά; Για να είναι πιο δυστυχισμένοι; Ή μήπως τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία αλλά δεν την διώχνουν κιόλας; 

Αυτό το κείμενο είναι μια παρατήρηση. Συγχωρέστε τυχόν γραφικότητες και εξυπνακίστικα σχόλια.
Ακούω συνεχώς μια φίλη μου να λέει: Πω έχουμε γεράσει. Και δεν διαφωνώ. Σίγουρα έχουμε γεράσει, όσο περνάει καιρός θα περνάμε κι εμείς. Αλλά δεν έχουμε γεράσει τόσο όσο λέει. Σίγουρο όχι τόσο όσο νιώθουμε. Δεν γεράσαμε. Απλά παγιδευτήκαμε. Δεν φταίμε εμείς όμως. Δουλειά μας δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ, να προβλέψουμε το μέλλον. Δουλειά μας και όλων, είναι να βλέπουμε και να πράττουμε ορθώς σε κάθε επικείμενη αλλαγή. Αλλά δουλειά μας είναι και να μάθουμε τι θα πει ορθώς. Γιατί αλλαγές συμβαίνουν όσο κι αν θα ήθελα να μείνουν όλα ίδια. Αλλαγές πιο πολύ στο πως βλέπω παρά στο τι βλέπω. Μεγαλώνοντας παρατηρώ ότι τίποτα από όσα συμβαίνουν πια δεν είναι καινούργιο. Απλά είναι καινούργιο για μένα. Αυτό είναι ένα στοιχείο. Ας το κρατήσουμε. Βλέπεις δεν θέλω να μιλήσω πολύ συγκεκριμένα για να μην πέσω στην παγίδα της προαναφερθέντας γραφικότητας. Αλλά δεν είναι εύκολο. 

Ας το πάμε αλλιώς.

Αντιλαμβάνεσαι ότι δεν έχεις τίποτα στην κατοχή σου, σωστά; Ότι είσαι ο εκμεταλλευόμενος εδώ, όχι ο εκμεταλλευτής. Δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά σου λοιπόν. Ο πρώτος είναι γνωστός και άπειρες φορές εφαρμοσμένος. Ανέβα από τη θέση του εκμεταλλευόμενου και προσπάθησε να εκμεταλλευτείς εσύ. Δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρεις αλλά, αν τελικά συμβεί, θα νιώσεις πολύ καλά. Ο δεύτερος είναι πιο κολπατζίδικος. Ο δεύτερος οδηγεί σε ένα σημείο όπου δεν θα υπάρχουν οι 2 αυτές έννοιες. Ο εκμεταλλευτής και ο εκμεταλλευόμενος θα γίνουν ο όπως-θες-πεστον και ο όπως-θες-πεστον. Δεν θα σου πω(όχι εδώ τουλάχιστον) το πώς θα φτάσεις μέχρι εκεί. Θα σου πω όμως τι σημαίνει το να θες ή όχι να φτάσεις. 

Δεν θα εξετάσω τη φύση του ανθρώπου σαν αιτία. Είναι ηλίθιο και να μην το κάνεις ούτε εσύ. Ο άνθρωπος μαθαίνει δεν γεννιέται και ας μην διαφωνήσουμε σ’ αυτό αν γίνεται. Κι εσύ όπως κι εγώ μαθαίνουμε από τόσο δα παιδάκια να προσπαθούμε να ανέβουμε πάνω από τον διπλανό μας. Γιατί; Γιατί αυτό έχει πιο γρήγορα αποτελέσματα στο να ζούμε καλύτερα. Τι κι αν κρύβει από πίσω του όλη την αδικία και την απανθρωπιά όλου του κόσμου; Δεν πειράζει. Ή μάλλον πιο σωστά, δεν το καταλαβαίνουμε καν οπότε, πώς να πειράξει; Δες όμως. Τι λέξη χρησιμοποίησα; Απανθρωπιά. Αφού όμως έτσι μαθαίνεις σαν άνθρωπος, γιατί είσαι απ-άνθρωπος αν τελικά κάνεις αυτό που γεννιέσαι να κάνεις; Ενδιαφέρον. Ας το αφήσουμε και αυτό.

Εγώ δεν θέλω να εκμεταλλεύομαι κανέναν. Ούτε να με εκμεταλλεύονται φυσικά. Θέλω να μπορώ να νιώθω σιγουριά ότι αυτό που θα κληθώ να παράξω θα παραχθεί για το συμφέρον μου και όχι για το συμφέρον άλλου. Πιο σωστά, για το συμφέρον της κοινωνίας που υπάρχω. Γιατί πολύ, πολύ, πολύ, ΠΟΛΥ δυστυχώς, δεν μπορώ να ζήσω μόνος μου. Νιώθω την ανάγκη φυσικά να λύσω όλα μου τα προβλήματα με τον πιο ανώδυνο τρόπο. Νιώθω όμως και τύψεις να αφήνω να υπάρχει μια κοινωνία που πολλοί(πάρα πολλοί πια) δίπλα μου αυτοκτονούν από χρέη που καμιά ανάγκη δεν υπάρχει να έχουν, που σε κανέναν που πεινάει δε χρωστάνε, που κανένας ανθρωπισμός, καμία φιλανθρωπία δεν κρύβεται από πίσω, παρά μόνο μια αρρωστημένη ανάγκη για κέρδος και εκμετάλλευση. Δεν θυμώνω. Όχι ντάξει. Θυμώνω πολύ. Απλά δεν θυμώνω τόσο όσο θλίβομαι. Και δεν θλίβομαι τόσο πολύ για αυτούς που δρουν τόσο τερατωδώς. Θλίβομαι για αυτούς που δεν αντι-δρούν κι ας νιώθω ότι θα έπρεπε. Έχουν λόγο, ναι. Λέω να το αφήσω και αυτό.

Τελειώνω ναι.

Παρατήρησες πόσα άφησα; Παρατήρησες επίσης πόσα δεν τελείωσα. Ήταν επίτηδες και θέλω να με πιστέψεις. Δεν είναι ότι δεν μπορώ να σκεφτώ πέρα από αυτά που γράφω, ούτε ότι ντρέπομαι να στα γράψω εδώ. Απλά θέλω κάποιες φορές, ειδικά όταν θέλω να πω κάτι σημαντικό, να αφήνω και τον άλλον να σκεφτεί κάποια πράγματα μόνος του. Οπότε κι εσύ, αν θέλεις όντως να μου κάνεις τη χάρη, σκέψου. Σκέψου σε τι περιβάλλον μεγάλωσες. Ποιός σου είπε ότι το να μην εκμεταλλεύεσαι κάποιον είναι ανόητο. Ποιος σε έβαλε να πιστέψεις σε νομοτέλειες που μόνο αποδεδειγμένες δεν είναι. Ποιος σου έμαθε, από μικρό παιδάκι ακόμα, πόσο γραφικοί είναι αυτοί που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Σκέψου ακόμα, για ποιο πράγμα σε ετοιμάζουν. Αν νομίζεις ότι δεν σε ετοιμάζουν, σκέψου πόσες αληθινές επιλογές είχες μέχρι τώρα. Αληθινές όμως ε; Σκέψου διάφορα τέτοια. Και αν σε κουράζουν σκέψου τα και με άλλους. Και με μένα αν θες. Και ας σου φαίνονται αστεία στην αρχή. Kι αν σου έρθει να γελάσεις, πήγαινε μια βόλτα από τα συσσίτια και τις παράγκες των άστεγων. Αν σου έρθει να γελάσεις, ψάξε να δεις πόσοι αυτοκτόνησαν τον τελευταίο χρόνο. Και αν ακόμα σου έρχεται να γελάσεις, κάτσε να σκεφτείς (ρεαλιστικά όμως) πόσο πιθανό είναι να βρεθείς σε μια τέτοια κατάσταση. Εμένα μου έχει κοπεί το γέλιο καιρό τώρα πάντως.

Επίλογος για λίγους και εκλεκτούς. 

Τελικά κατέληξα γραφικός. Συγγνώμη. Η ιστορία θα συνεχιστεί εντός ολίγων ημερών. Και η δικιά μου και η γενική. Ένας στίχος για να τελειώσω λυρικά κι ας μην πιάνει όλα όσα θέλω να πω. Ούτε το κείμενο τα έπιασε στο κάτω κάτω.

                                  Είναι το πρώτο μας συναίσθημα ο φόβος,
                                  κι αλίμονο μας αν το πάρει η εξουσία,
                                  πράξη αμφίδρομη,
                                  σε κυριεύει ο τρόμος,
                                  σπέρνεις τη βία;
                                 Θερίζεις βία.   (άντε γαμήσου και άντε γαμήσου ξανά)*




*http://www.youtube.com/watch?v=pIzQtz9lQA8



Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

4ο μέρος - Όταν μυρίζει γιασεμιά, βρίσκω και χάνω εμένα



Η πρώτη μου σκέψη όταν το είδα να σηκώνεται από το βρώμικο πάτωμα ήταν: «Χριστέ μου, έτσι φαίνομαι στα μάτια των άλλων;». Ο άνθρωπος απέναντι μου είναι παράξενος. Δεν έχει ανοίξει τα μάτια του ακόμα. Ευτυχώς. Για κάποιο λόγο δεν θέλω να τον δω να με κοιτάει. Κάθεται κουλουριασμένος στο πάτωμα σα να κρυώνει και τρέμει. Δεν τον λυπάμαι. Περιμένω. Έχω ξεχάσει εντελώς τον Καθηγητή ο οποίος, πολύ αργότερα συνειδητοποίησα, ότι έχει ήδη φύγει από το σπίτι αυτό. Δεν τον ξαναείδα φυσικά. Ούτε τον τεράστιο καθρέφτη του. Κοιτάω το κουλουριασμένο σώμα για ώρες όπως μου φάνηκε. Ξυπνάει. Σα σφαίρα περνάει η σκέψη από το μυαλό μου να φύγω και να τον παρατήσω εδώ. Τι κι αν μου μοιάζει; Είναι άλλος. Είναι ξένος. Δεν έχω καμία υποχρέωση να τον βοηθήσω, να τον γνωρίσω. Αυτές οι σκέψεις μου τριβελίζουν το μυαλό μέχρι που ανασηκώνεται και ανοίγει τα μάτια του. Στο βλέμμα του, κάθε σκέψη σταματάει. Πώς είναι όταν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και βλέπεις εσένα να κάνεις ότι κάνεις; Ε εδώ είναι το ίδιο μόνο που ο καθρέφτης κάνει τα δικά του. Τον κοιτάω στα μάτια, μόνο στα μάτια, και δεν μπορώ ούτε να κουνηθώ. Το ίδιο και αυτός. Τι παράξενο. Στο λίγο φως που υπάρχει, βλέπω την ίδια πράσινη απόχρωση που καμαρώνω τόσα χρόνια στα μάτια μου. Η πρώτη του κουβέντα: «κρυώνω». Δεν απαντάω. Έχω παραλύσει σχεδόν. Ακόμα κολλημένος στα μάτια μου, σκέφτομαι εντελώς άκυρα ότι η φωνή μου είναι για τον πούτσο. Με αυτή τη σκέψη χαμογελάω. Χαμογελάει και αυτός. Σηκώνομαι, του απλώνω το χέρι, το παίρνει με απρόσμενη δύναμη και χαμογελάει πιο πλατιά.
-Πώς σε λένε;(ρωτάει)
-Γιώργο.
-Α κι εμένα!
-Έλα σήκω να βρούμε κάτι να βάλεις.
-Εντάξει. Να σε ρωτήσω;
-Ρώτα.
-Είσαι εγώ;
-Ναι.
-Κι εγώ, εσύ;
-Ναι.
-Εντάξει. Όμορφος είμαι.
-Σκάσε.
-Εντάξει.
                Φεύγουμε από το σπίτι. Τον πάω σπίτι μου. Τον βάζω για ύπνο και ανοίγω το σημείωμα που μου άφησε ο καθηγητής πριν φύγει. «Αυτός είσαι, ελπίζω να σου αρέσεις. Μόνο ένας είναι ο περιορισμός μου. Δεν μπορείς να πειράξεις τον φιλαράκο σου για εφτά μέρες. Εφτά μέρες και μετά κάνε ότι νομίζεις. Καλή διασκέδαση!». Πάλι δεν καταλάβαινα τίποτα. Γιατί εφτά μέρες δηλαδή; Και μετά εγώ τι έπρεπε να κάνω; Θα τον άφηνα στη θέση μου; Θα τον έπαιρνα μαζί μου; Φφφφφ πολύ μπερδευτικά όλα αυτά. Και σκεπτόμενος αυτά, ξάπλωσα δίπλα μου, βολεύτηκα στη στιγμή και κοιμήθηκα. Δεν έχω ξανακάνει καλύτερο ύπνο στη ζωή μου. 

                                                                                       (τελειώνει σκάστε)

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

3ο μέρος - Κάτι δανεισμένο, κάτι καινούργιο



                «Σταμάτα να προσπαθείς συνέχεια να μαντέψεις. Θα μάθεις πολύ σύντομα, σταμάτα να είσαι ανυπόμονος». Κάθε φορά που με έβλεπε αυτό μου έλεγε. Τον συναντούσα κάθε μέρα μετά την πρώτη μας συνάντηση και έκανα ότι μου ζητούσε, όσο περίεργο κι αν μου φαινότανε, με την περιέργεια να με τρελαίνει! Τι ήθελε να κάνει; Τι λύση είχε να μου δώσει όπως υποσχέθηκε; Οι «δουλειές» που με έβαζε να κάνω ήταν από απλά παράξενες μέχρι τρελές και επικίνδυνες. Μια φορά με έβαλε να κάνω εμετό σε μια λεκάνη και την πήρε και την έβαλε στο ψυγείο. Μια άλλη φορά μου πήρε μισό λίτρο αίμα. Αλήθεια! Το είδα γιατί το έβαλε σε ένα μπουκαλάκι κοκακόλας. Όλα αυτά θα έπρεπε να με τρομάζουν αλλά για κάποιο λόγο τα έκανα και κάποιες φορές ήταν διασκεδαστικά. Κάποιες φορές όχι. Ένα μεσημέρι μου στέλνει μέιλ και μου λέει. Έλα από δω, χρειάζομαι κάτι. Έτσι μίλαγε. Δεν ζήταγε. Ήταν έμμεση ή άμεση διαταγή. Πήγα φυσικά. Με έβαλε να ξαπλώσω σε ένα κρεβάτι. Έφυγε.

Μπαίνει μέσα μια γυναίκα. Αδιάφορη εντελώς. Δεν είναι ούτε όμορφη, ούτε άσχημη, ούτε ψηλή, ούτε κοντή, ούτε χοντρή, ούτε λεπτή, ούτε τίποτα. Είναι απλά μια γυναίκα. Μπαίνει και στέκεται. Δεν με κοιτάει ούτε στιγμή. Έρχεται από πάνω μου. Ούτε εγώ την κοιτάω όμως. Μου προκαλεί λίγο τρακ αν και δεν καταλαβαίνω γιατί. Κρατάει μόνο ένα βαζάκι. Ξαφνικά μου αρπάζει το παντελόνι και το ανοίγει με μια ευκολία που σε ξαφνιάζει. Προσπαθώ να ξεφύγω και: «μείνε ακίνητος!» μου φωνάζει ο καθηγητής. Μένω. Σε 2 λεπτά είχαμε τελειώσει.

Όχι, κάποιες φορές δεν ήταν καθόλου διασκεδαστικά.
                Ένιωθα ότι τελειώναμε τις ετοιμασίες γιατί τον έβλεπα όλο και λιγότερο και όλο και πιο ανυπόμονο. Την πέμπτη μέρα της γνωριμίας μας με φώναξε πάλι σπίτι του.
-Όπως ίσως αντιλήφθηκες οι ετοιμασίες μας τελείωσαν. (Δεν ρωτάω ακόμα. Περιμένω). Αύριο απόγευμα έλα από δω να τελειώσουμε.
(Δεν μπόρεσα να περιμένω και πολύ όμως)
-Να τελειώσει τι; Και θα κάνουμε τι; Τι μάζευες τόσες μέρες; Τι θα συμβεί;
-Μου είπες πως θες να πεθάνεις. Και πως δεν τολμάς(εγώ δεν είχα πει τίποτα αλλά δε φαινόταν να τον ενδιαφέρει). Αύριο θα καλέσουμε μαζί κάποιον να σε βοηθήσει με αυτό το θέμα. (σηκώθηκα πάνω αρκετά θυμωμένος αλλά κατά βάθος μάλλον φοβισμένος)
-Θα καλέσεις κάποιον να με σκοτώσει δηλαδή; Δεν ζήτησα αυτό, ούτε ήθελα αυτό! Και ποιος θα είναι αυτός; Όποιος να ‘ναι; Δεν συμφωνώ! Δεν ζήτησα τίποτα τέτοιο! Δεν είναι αυτό που θέλω, που για αυτό κάθομαι και σ’ υπακούω τόσες μέρες!
-Ηρέμησε. Κανείς δεν θα σε σκοτώσει δειλέ. Το σχέδιο μου είναι υπερβολικά απλό. Εγώ θα σου καλέσω τον εαυτό σου κι εσύ μπορείς να τον κάνεις ότι νομίζεις. Σκότωσε τον αν θες να πάρεις θάρρος και να δεις πως είναι να πεθαίνεις. Βάλε τον να σε σκοτώσει αν δεν τολμάς να σε σκοτώσεις εσύ ο ίδιος. Αυτοκτονήστε μαζί αν φοβάσαι να πεθάνεις μόνος σου.
-Δηλαδή εσύ θα φέρεις κάποιον που να μου μοιάζει για να δω πως είναι; Τι νόημα έχει αυτό; Και γιατί να κάνει αυτός ότι του πω;
- Όπως προείπα: Εγώ θα σου φέρω τον εαυτό σου κι εσύ μπορείς να τον κάνεις ότι νομίζεις. Τα υπόλοιπα αύριο.

                                                         (στο επόμενο επεισόδιο: Me myself and i ή αλλιώς πως
                                                          ανακάλυψα την αληθεια για το πόσο κούκλος είμαι!)

                                                                                                       (μην το χάσετε...)

                                                                                             (σας τρέλανα πάλι ρε πούστη...)

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

2ο μέρος - Που να είναι εκέινος ο "φίλος", είναι άραγε για πάντα χαμένος;



Ήταν νομίζω 5-6 μέρες πιο πριν που στεκόμουν στο δωμάτιο μου κοιτώντας το κενό, όπως έκανα όλο και πιο συχνά εκείνη την περίοδο, σκεπτόμενος ότι δεν μπορώ να νιώθω άλλο έτσι. Δεν θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ η αλήθεια είναι να βρίσκομαι σ’ αυτή την κατάσταση. Είχα ξαναρχίσει να κάνω βόλτες μόνος μου, να πηγαίνω στα μέρη που μου θύμιζαν διάφορα πράγματα που είχα φτύσει αίμα να ξεχάσω, να κοιμάμαι ώρες και ώρες, να τραβάω μαλακίες μπας και ηρεμήσω λίγο, να σκέφτομαι ξανά αυτή που μου λείπει όσο τίποτα. Είχα αποφασίσει ότι δεν έχει και πολύ νόημα να παρασιτώ στους φίλους μου, την οικογένεια μου, κανέναν. Και είχα βάλει τις βάσεις για μια βιώσιμη λύση. Περνούσα τις ατελείωτες κενές μου ώρες μπροστά στο πισι προσπαθώντας να κάνω την ώρα να περάσει για να νυστάξω μέχρι που έπεσα πάνω σε μια τόσο ανόητη σελίδα που δεν μπορούσα καν να την αγνοήσω: ΜΕΝΤΙΟΥΜ ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΤΗΣ ΜΕ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΛΕΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΛΥΣΟΥΝ ΟΛΑ ΣΑΣ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ! Θεέ μου τι φέιλ. Επειδή όμως δεν είχαν τηλέφωνο(γιατί, σιγά μην έπαιρνα), έστειλα μέιλ. Γέλαγα τόσο πολύ με το κάψιμο μου! Η απάντηση ήταν άμεση κι ας έστειλα στις 4 το βράδυ εγώ. Ναι, θα χαιρόταν πολύ να με δεχτεί ο μέγας πνευματιστής, μπορούσα να περάσω από το σπίτι του αύριο, αν είχα χρόνο. Είχα; Ναι, είχα προφανώς χρόνο να δώσω σε όλο τον κόσμο οπότε αποφάσισα να πάω. Τι είχα να χάσω; Το πολύ πολύ να με σκότωναν! Αυτό δεν ήθελα;
Το πρωί που ξύπνησα δεν θυμόμουνα καν το συμβάν. Κάποια στιγμή που κοίταξα τα μέιλ μου το θυμήθηκα και είπα να πάω. Η εναλλακτική ήταν να κάτσω στο φβ για 5 ώρες ακόμα. Πήγα λοιπόν. Το «σπίτι» ήταν στο μεταξουργείο σε ένα διαμέρισμα που ήταν όσο εγκαταλελειμμένο έπρεπε για να σιγουρευτώ ότι ναι, τελικά δεν θα γύρναγα σπίτι ζωντανός. Ο άνθρωπος που μου άνοιξε ήταν, πώς να το θέσω; Καινός. Είχε πάνω του πράγματα που δεν είχα ξαναδεί σε κανέναν είτε ζωντανά είτε σε τηλεοράσεις, ταινίες κλπ. Δεν εννοώ κοσμήματα και τέτοια. Τα ρούχα του ήταν φυσιολογικά, πράγμα που έκανε τον ίδιο ακόμα πιο παράξενο. Δεν θα μπω στον κόπο να τον περιγράψω γιατί δεν μπορώ κιόλας. Μόνο το ύφος του θυμάμαι ξεκάθαρα. Ήταν το ύφος ανθρώπου που έχει ξαναζήσει το ίδιο πράγμα χίλιες φορές.
(Ανοίγει η πόρτα. Αμηχανία)
-Γειά σας.
(Σιωπή. Περισσότερη αμηχανία)
-Είστε ο(Προσπάθησα μάταια για κάποια δευτερόλεπτα να θυμηθώ το όνομα του από τα μέιλ όταν συνειδητοποίησα ότι δεν είχε αναφερθεί κάποιο όνομα. Αρκετά παραξενεμένος συνέχισα…) κύριος που μίλησα μέσω ιμέιλ;
-Ναι. Κι εσύ είσαι ο Γιώργος σωστά;(ιδέα μου ή χαμογελάει;)
-Ναι εγώ είμαι.
-Πολύ καλά; Θες να μπεις να αρχίσουμε; Δεν θα μας πάρει πολύ ώρα μην ανησυχείς.
(Τι εννοεί; Ξέρει γιατί είμαι εδώ; Τι θα κάνουμε και θα το κάνουμε και γρήγορα;)
Προχωράμε και μου δείχνει μια καρέκλα σε μια τραπεζαρία που μυρίζει έντονα μούχλα. Κάθομαι προσπαθώντας να δείξω ότι όλα μου φαίνονται φυσιολογικά. Δεν είναι πάντως. Το σπίτι πέρα από πενταβρώμικο και αηδιαστικό είναι λες και όποιος το διακόσμησε το έκανε με μόνο γνώμονα να δείχνει τρομαχτικό. Τέσσερις τοίχοι, όλα τα παράθυρα κλειστά από τα πατζούρια, καμία εικόνα, μόνο κάτι τεράστια κόκκινα υφαντά στους τρεις τοίχους και στον τέταρτο ένας καθρέφτης στο ύψος ενός ανθρώπου εντελώς απέριττος, χωρίς ούτε ένα στολίδι, με ξύλινο πλαίσιο και μια επιγραφή στο κορυφή που δεν έβλεπα καν τι έγραφε από την αρχαιότητα του όλου πράγματος. Κάθομαι και περιμένω. Αυτός κάθεται απέναντι μου και με κοιτάει με την υποψία χαμόγελου ακόμα στη φάτσα του. Μ’ εκνευρίζει λίγο. Χωρίς να το συνειδητοποιήσω στο κεφάλι μου έχει κολλήσει ένα τραγούδι που άκουγα παλιά: «Πώς να τελειώωωωωσει… αυτήηηηη η κραυγήηηηηηηη…».
-Είσαι λυπημένος.
Δεν απαντάω. Περιμένω να δω αν θα μου το παίξει μέντιουμ ώστε να γελάσω επιτέλους με τη χαζομάρα της όλης κατάστασης(και της δικιάς μου τρομάρας).
-Είσαι λυπημένος(επαναλαμβάνεσαι φίλε…). Και είπες να αυτοκτονήσεις.(χαμογελάει ακόμα. Εγώ όχι.). Αλλά είσαι δειλός και δεν τολμάς οπότε περιμένεις κάτι να συμβεί για να το ξεχάσεις ή να πειστείς και να το κάνεις(τώρα το χαμόγελο του είναι τεράστιο και μοιάζει τόσο ευχαριστημένος που αρχίζω να τρομάζω λίγο. Γιατί τα λέει αυτά; Εγώ δεν παραδέχτηκα τίποτα. Και γιατί στο διάολο χαίρεται τόσο;). Είσαι τυχερός. Εγώ θα σου δώσω μια λύση κι ας μην ξέρεις ούτε εσύ αν θα σε βοηθήσει.
Προσπαθώ να μιλήσω γιατί από το ύφος του και τα λόγια του φαίνεται να έχει αποφασίσει κάτι χωρίς να ξέρω τι και χωρίς να έχω συμφωνήσει σε τίποτα. Μου κάνει νόημα να μη μιλήσω. Και για κάποιο λόγο σωπαίνω. Μέσα μου μια σκέψη κυριαρχεί. Αν μη τι άλλο, ζω κάτι καινούργιο. Η επόμενη του φράση για κάποιο λόγο όμως, με ανατριχιάζει.
-Από τώρα και μέχρι να τελειώσουμε, θα με φωνάζεις Καθηγητή.

                                                                                                                               (συνεχίζεται...)

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

1ο μέρος - Πες μου αν θέλεις τι φοβάσαι στις γιορτές, μόνο για κείνον μη μου λες



Θυμάμαι έτρεμε το χέρι μου όταν κρατούσα το μπουκαλάκι. Έτρεμε πολύ. Δεν ήταν ακριβώς από φόβο. Ούτε από άγχος. Πιο πολύ από ανυπομονησία. Το μπουκαλάκι είχε αίμα μου μέσα. Και κάτι άλλα άσχετα, δεν μας ενδιαφέρουν όμως τα υπόλοιπα τώρα τώρα. Δίπλα μου ήταν ο Καθηγητής. Έτσι με έβαζε να τον φωνάζω εκείνες τις μέρες, δεν ξέρω γιατί. Γυρίζω το κεφάλι μου και τον κοιτάω. Ακόμα δεν πιστεύω ότι όλα αυτά έγιναν. Τον ρωτάω: ‘Τώρα;’. Η απάντηση του δεν μου αφήνει περιθώρια: ‘Ή τώρα ή ποτέ ξανά φοβητσιάρη!’. Ακόμα δεν έχω καταλάβει πως γίνεται να τα βλέπει όλα τόσο αστεία. Αλλά περιμένει οπότε ρίχνω το περιεχόμενο του μπουκαλιού σε μια μεγάλη λεκάνη στο πάτωμα. Δίπλα στη λεκάνη 23 κεριά. Πιο δίπλα το όνομα μου χαραγμένο σε ένα κομμάτι ξύλο. Παραδίπλα 3-4 σχέδια που ούτε ξέρω πως τα έφτιαξα και φυσικά ιδέα δεν έχω τι σημαίνουν. Ακόμα και τη στιγμή που έπεφτε το μαυροκόκκινο υγρό στη λεκάνη, ακόμα και με τα κεριά δίπλα μου και τον απόκοσμο φωτισμό τους να πέφτει πάνω στο περίεργο πλάσμα που με κοιτούσε σχεδόν με ειρωνεία, ακόμα και τότε, δεν πίστευα τίποτα. Πίστευα ότι θα γέλαγε και θα μου έλεγε ότι μαγεία δεν υπάρχει, ότι ήμουν χαζός. Τίποτα δεν είπε. Και μετά από 2 λεπτά δεν μπορούσα να πω κι εγώ τίποτα.


                                                                                                                (συνεχίζεται...)

                                                                                                            (σας τρέλανα τώρα ε;)