Μια μέρα θα σε πάρω τηλέφωνο. Και θα το σηκώσει η μαμά σου
και θα μου πει ότι πέθανες. Και τότε; Τι θα κάνω εγώ τότε; Και μια μέρα θα με
πάρεις εσύ τηλέφωνο και θα σου πούνε ότι ο χαζός έπεσα και χτύπησα και ούτε εσύ
δεν θα μπορείς να με γιατρέψεις. Και τότε; Τι θα κάνεις τότε; Όχι, δεν έχω
σκεφτεί το σενάριο να μην πάρει κανείς από τους δύο. Θα έπρεπε πιστεύεις;
Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013
Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012
Σπασμένο στα τρία
Κομμάτι νούμερο 1.
Το παιδί.
Είσαι παιδί όπως λέει και ο υπότιτλος μου. Αυτό όμως δε
σημαίνει ότι σου δικαιολογούνται όλα. Αλλά ακόμα κι έτσι εμένα μ’ αρέσεις. Πώς
να μη μ’ αρέσεις αφού μ’ αρέσουν τα παιδιά; Πανέμορφη, ευάερη, ευήλια(ειδικά
αυτό), με ειλικρίνεια που μου σπάει την καρδιά σε χίλια κομμάτια και τώρα μόλις
κατάλαβα ότι δεν υπάρχει λόγος να γράφω αυτά τα πράγματα γιατί εσύ δεν
καταδέχεσαι να διαβάζεις χαζομάρες στο ίντερνετ. Αλλά θα τα αφήσω παρόλα αυτά
μπας και. Ή απλά για να λέω ότι τα έγραψα. Γλυκούλα αδέξια και τσαπατσούλα, τι
άλλο μπορεί να ζητήσει κανείς, όλα τα καλά έχεις καλή μου και να πω και γιατί
τα λέω όλα αυτά. Τα λέω γιατί παρόλο που είσαι παιδί και θα έπρεπε να σε
καταλαβαίνω, δεν τα καταφέρνω καλά. Είσαι τόσο περίεργη! Δεν σε πιάνω συχνά,
δεν μπορώ να συγχρονιστώ μαζί σου, νιώθω συνέχεια αμηχανία, ανασφάλεια και τα
παρόμοια. Και φυσικά όταν στο δείχνω μου λες ότι λέω χαζομάρες. Αλλά δεν λέω.
Τώρα είσαι μακριά και θυμωμένη(μαζί μου; γενικά; δεν ξέρω) και δεν ξέρω καν τι
να σου πω για να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα. Οπότε το μόνο που μπορώ να κάνω
είναι να πω την πρόθεση μου και να σε αφήσω να κάνεις ότι νομίζεις. Αρκετά
έχεις πιεστεί νομίζω. Η πρόθεση μου είναι να νιώσεις καλά. Όπως και να νομίζεις
ότι μπορεί να γίνει αυτό. Αν θες βοήθεια ζήτα τη και θα την έχεις.
Κομμάτι νούμερο 2.
Η γυναίκα.
Για σένα τώρα τι να πω; Αφού το 90% των γραπτών εδώ μέσα για
σένα μιλάει, όποιος τα έχει διαβάσει θα έπρεπε να έχει αποκτήσει μια εικόνα
πια. Σε λέω γυναίκα αν και δεν είναι ακριβές. Αλλά σκέφτομαι τώρα ότι δεν ξέρω
πια τι θα είναι ακριβές για σένα. Το μόνο που μου έχει μείνει είναι τι ένιωθα
και τι νιώθω. Αναρωτιέμαι πια αν σε έχω γνωρίσει κανονικά. Νομίζω ναι αλλά, όσο
περνάει ο καιρός, αμφιβάλλω όλο και πιο πολύ. Παρόλα αυτά θα ήθελα. Και θέλω.
Νομίζεις ότι είμαι θυμωμένος και δεν καταλαβαίνω γιατί. Δεν είμαι ούτε στο
ελάχιστο. Ντάξει είμαι λίγο, αλλά όχι μαζί σου. Με μένα; Με την κατάσταση; Με
το ότι δεν τολμάω να σε πάρω τηλέφωνο; Άγνωστο. Παρόλα αυτά θα ήθελα να το
ξέρεις, αν ακόμα διαβάζεις ότι δεν είμαι. Άλλα πράγματα είμαι. Και ένα
τελευταίο. Όταν στην τύχη σε συναντάω, δεν σου μιλάω γιατί δεν αντέχω να σε
κοιτάω και να βλέπω πως έχεις αλλάξει. Πως έχεις αλλάξει ρότα που λένε και
απέχεις τόσο από τη δικιά μου. Με πειράζει όπως και να το κάνεις.
Κομμάτι νούμερο 3.
Κάτι ανάμεσα;
Είσαι κι εσύ. Που είσαι λίγο σπαστικιά. Αλλά ντάξει καλό
παιδί. Αλλά πώς να το πω, δεν παιδιαρίζεις, εφηβίζεις. Πιο πολύ απ’ όσο θα
έπρεπε. Αλλά δεν αποφασίζω εγώ, σωστά. Απλά μου τη σπας αλλά παρόλα αυτά σου
ανοίγω παράθυρα και πόρτες. Πιστεύεις ότι πράττω λάθος; Εγώ ναι. Στο έγραψα και
μόλις τώρα, χα, τι παράξενο. Παρόλα αυτά ασκείς επιρροή και σε μένα όπως και σε
άλλους οπότε ας πούμε ότι απλά αφήνομαι να παρασυρθώ. Επαναλαμβάνω το λάθος μου.
Και σε σένα και σε μένα.
7ο μέρος - And yesterday I saw you kissing tiny flowers, but all that lives is born to die. And so I say to you that nothing really matters, and all you do is stand and cry.
Μια μικρή παρένθεση.
Κάθε
φορά που τελειώνει μια ιστορία, οι πρώτοι που θα έπρεπε να λυπούνται είναι οι
ήρωες. Ανεξάρτητα από το τέλος. Θα έπρεπε να λυπούνται επειδή τελειώσε. Και τώρα
εγώ προσπαθώ να εξηγήσω πως τελείωσε αυτή η ιστορία. Και λυπάμαι.
Κάθε
τέλος είναι λίγο ηλίθιο αν το καλοσκεφτείς. Πολύ λίγα, είτε σε ταινίες, είτε σε
βιβλία αξίζουν στ’ αλήθεια. Συνήθως το μόνο που αξίζει είναι η ιστορία μέχρι
λίγο πριν την τελευταία πράξη. Αλήθεια, ποιός ένιωσε καλύτερα όταν έμαθε τι
έγινε στη Γκόντορ μετά την νίκη του, Βασιλιά πια, Άραγκορν, από όταν διάβαζε τι
συνέβαινε στη Μόρια, στο Ρόαν, ακόμα και σε κάτι άκυρες μάχες στα περάσματα του
Ίσεν(για όποιον το έχει διαβάσει αυτά, αλλά όλοι πιάνετε το νόημα νομίζω). Πιο πολύ
με ενδιέφεραν τα μαθήματα ξορκιών του Χάρυ Πότερ και η δομή του Υπουργείου
Μαγείας, παρά το αν νίκησε τελικά τον Βόλντεμορτ και γιατί. Έτσι κι εδώ, πιο
πολύ θα έπρεπε να σας ενδιαφέρει το γιατί έγραψα αυτή την περιέργη ιστορία, τι
θα μπορούσε να σημαίνει, και όχι πως τελικά θα καταλήξει. Αλλά φυσικά ακόμα και
αυτό είναι απλά ένα τέχνασμα(και κλεμμένο μάλιστα) για να σας κάνω να μη δώσετε
σημασία στο τέλος γιατί, πολύ απλά, κάθε τέλος είναι απάνθρωπο και ειδικά αν
δεν είσαι καλός στο να γράφεις (όπως εγώ) τότε είναι απλά φέιλ.
Στο θέμα μας τώρα.
Καμία
επιλογή δεν είχε αλλά καμία δεν είχα κι εγώ. Δεν μπορούσα αλήθεια να κάνω
τίποτα. Δεν μπορούσα να τον διώξω γιατί δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς εμένα(ούτε
εγώ χωρίς αυτόν). Δεν μπορούσα να τον κρατήσω γιατί δεν θα μπορούσαμε να
ζήσουμε έτσι. Δεν ήθελα να φύγει αλλά δεν τον ήθελα πια κοντά μου.
-Τι έχεις;(τέταρτη φορά)
-Τίποτα, καλά είμαι.
-Όχι δεν είσαι. Και μην λες ψέματα σε μένα δεν υπάρχει
λόγος.
-Ωραία δεν είμαι καλά.
-Πες μου τι έχεις.
-Δεν μπορώ.
-Γιατί;
-Γιατί δεν θα καταλάβεις.
-Δεν είσαι ηλίθιος απ’ όσο έχω καταλάβει.
Άθελα μου γέλασα. Είχαμε και παρόμοιο χιούμορ γαμώ.
-Ωραία. Άκου. Ένας από μας πρέπει να φύγει από εδώ. Για πάντα.
Και δεν θέλω να γίνει αυτό. Παρόλα αυτά…
-Πρέπει οπωσδήποτε;
-Ναι.
-Γιατί δεν θέλεις να γίνει αυτό;
-Νομίζω ξέρεις.
-Είσαι σίγουρος ότι ξέρω, όπως κι εγώ. Παρόλα αυτά, θα
ήθελα να το ακούσω.
-Γιατί σ’ αγαπώ. Χάρηκες τώρα;
-Ναι λίγο.
Ξαναγέλασα, τώρα λίγο πιο δυνατά. Πόσο καιρό είχα να
γελάσω τόσο αυθόρμητα; Αρκετό, συνειδητοποίησα αλλά το άφησα να το σκεφτώ
αργότερα.
-Λοιπόν; Τι κατάλαβες τώρα που στο είπα;
-Το πρόβλημα σου καταρχάς. Αν πρέπει κάποιος να φύγει, αν
και δεν έχω καταλάβει που θα πάει και γιατί τόσο μόνιμα, γιατί δεν φεύγουμε και
οι δύο;
Τότε κατάλαβα πόσο μικρός ήταν ακόμα. Δεν μπορούσα καν να
του εξηγήσω τι θα πει θάνατος, τι θα πει να πεθαίνεις. Εδώ εγώ δεν καλοξέρω.
-Γιατί με το που θα φύγει κάποιος, δεν θα ξαναγυρίσει.
-Τόσο μακρυά πρέπει να πάει;
-Ναι.
-Τότε πάμε μαζί. Αμα πάμε μαζί θα είναι καλύτερα, όχι;
-Ναι υποθέτω. Άσε με λίγο μόνο μου σε παρακαλώ. Πέντε λεπτά.
-Εντάξει.
Είχε δίκιο. Στο ότι θα ήταν καλύτερα με παρέα. Στο κάτω
κάτω ήξερα πια ότι δεν θα μπορούσα, ήταν ζήτημα χρόνου να ξαναφτάσω σε αυτό το
σημείο που ήμουνα πριν μια βδομάδα αν έμενα πάλι μόνος μου. Τον χρειαζόμουν. Όπως
και αυτός εμένα (Έκανα λάθος προφανώς αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια). Οπότε:
-Εντάξει.
-Εντάξει τι;
-Θα φύγουμε μαζί.
-Δεν μου έχεις πει ακόμα που θα πάμε.
-Σε νοιάζει τόσο;
-Όχι είναι η αλήθεια.
-Πολύ μακρυά πάντως.
-Εντάξει. Πώς θα πάμε εκεί;
-Θα σου δείξω σε λίγο. Περίμενε.
Αλήθεια πως θα πηγαίναμε εκεί; Έπρεπε υποθέτω να
ξεκινήσουμε ταυτόχρονα και να φτάσουμε μαζί και σίγουρα να μην πάει κάτι στραβά
γιατί, αν έμενε κάποιος μόνος του άντε να ξαναξεκινήσει. Κάποια στιγμή γύρισα
να δω τι κάνει και τον έβλεπα να ετοιμάζει πράγματα. Για Τρίτη φορά λοιπόν
πέθανα στα γέλια.
-Τι κάνεις μωρέ;
-Ταξίδι δεν θα πάμε;
-Δεν θα χρειαστούμε πράγματα εκεί που πάμε.
-Πως γίνεται αυτό;
-Είναι άλλο ταξίδι, θα καταλάβεις μετά.
-Να μη μαζέψω δηλαδή;
-Όχι.
-Καλά.
Ήταν πιο υπάκουος και από σκυλί εκπαιδευμένο. Αυτό μου
έδωσε μια ιδέα. Αφού θα έκανε ότι και να του έλεγα δεν χρειαζόταν να κάνω εγώ
κάτι. Αρκεί να του εξηγούσα.
-Λοιπόν έλα δω να σου πω πως θα φύγουμε. Για αρχή, για να
ταξιδέψουμε, πρέπει να πάρουμε κάποια χάπια για να μη μας πειράξει το ταξίδι. Επειδή
πάμε μακριά πρέπει να πάρουμε πολλά εντάξει; Θα τα πάρουμε μαζί για να
διαρκέσουν την ίδια ώρα και στους δύο. Όλα καλά μέχρι εδώ;
-Αχά.
Τέλεια
-Τέλεια.
Του έδωσα τα χάπια, τα πήρε με προσοχή και έκατσε να με
κοιτάει. Περίμενε σα σκυλί που θέλει βόλτα. Αν δεν έκανα τίποτα, σκεφτόμουν, θα
καθόταν έτσι μέχρι να αποκοιμηθεί. Πάω, φέρνω νερό, του δίνω ένα ποτήρι και
κάθομαι πέντε λεπτά.
-Άντε, θα τα πάρουμε;
-Βιάζεσαι;
-Ναι θέλω να δω που θα πάμε, άντε να ξεκινήσουμε σιγά
σιγά!
Άθελα μου ξαναβάζω τα γέλια, με λίγη πίκρα όμως αυτή τη
φορά. Και τότε ξαφνικά κάτι αλλάζει μέσα μου. Δεν ήθελα να φύγω ακόμα ρε
γαμώτο. Κι ας ήξερα ότι δεν θα κρατούσε για πολύ αυτή η ενστικτώδης επανάσταση
μου απέναντι στο θάνατο. Απλά δεν ήμουν έτοιμος. Είχα μπροστά μου κάποιον όμως που
απ’ ότι φαίνεται ήταν.
-Όλα καλά;(κοιτώντας με ανήσυχος τώρα)
-Ναι μια χαρά. Έτοιμος;
Δεν είχα ξαναδεί κάποιον να πεθαίνει. Ειδικά εμένα. Θα ήταν
σίγουρα ενδιαφέρον. Κι αν μου έλειπε μετά, σιγά. Θα έψαχνα να βρω τον καθηγητή
μου για να τον ξαναφέρω. Και τότε ίσως τον ακολουθούσα. Ίσως και όχι.
-Έτοιμος!
-Ωραία πάμε.
Τον έβλεπα να καταπίνει ένα ένα τα χάπια μαζί μου(αν κι
εγώ βέβαια απλά τα έβαζα στο στόμα μου, όπως είπα και πριν, ήταν ένα μεγάλο
μωρό) και χαμογελούσα κάθε φορά που με κοίταζε(λες και ήθελε επιβεβαίωση ότι όλα
πάνε καλά). Όταν τελείωσε γύρισε σε εμένα.
-Τελείωσα.
-Μπράβο! Μισό λεπτό(πήγα και έφτυσα τα δικά μου στο
μπάνιο γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω με τα μαλακισμένα). Λοιπόν τώρα θα
περιμένουμε κανά δεκάλεπτο και μετά φεύγουμε οκ;
-Οκ!(ακόμα ενθουσιασμένος)
Σιγά σιγά τον έβλεπα να γέρνει
πίσω μα πάντα ξανασηκωνόταν και με κοίταζε. Μετά από μια δυο φορές που έπεσε με
ρώτησε αν αισθάνομαι κι εγώ λίγο περίεργα. Του είπα «ναι λίγο, αλλά είναι
φυσιολογικό» και ηρέμησε. Ένα δύο λεπτά μετά άρχισαν οι σπασμοί και οι αφροί
από το στόμα. Τον κοίταζα να με παρακαλάει να τον βοηθήσω, χωρίς να μπορεί να
μιλήσει φυσικά, και του αντιγύριζα το βλέμμα αδιάφορα. Τι μπορούσα να κάνω πια;
Ε λίγο μετά όλα είχαν τελειώσει. Και στ’ αλήθεια ένιωθα τόσο ζωντανός και δυνατός
που πραγματικά απορούσα τι με είχε πιάσει και ήθελα να αυτοκτονήσω. Αφού τακτοποίησα
το πτώμα όσο καλύτερα μπορούσα(δεν έχει σημασία) κάθισα να σκεφτώ. Όχι δεν
άρχισα τότε να γράφω αυτή την ιστορία. Τότε τα συναισθήματα μου ήταν τέτοια που
δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά για να γράψω. Τότε από τη μια απλά έκλαιγα για
τον μόνο άνθρωπο που θα μπορέσω να συνδεθώ ποτέ και από την άλλη, αισθανόμουν
δέος και άρρωστη περηφάνια για το ότι τον έκανα ότι ήθελα, ακόμα και να τον
βάλω να σκοτωθεί κατάφερα. Είχα τόσο πλήρη έλεγχο που με μεθούσε.
Όχι φυσικά και δεν μετάνιωσα. Δεν
σκότωσα άνθρωπο. Εμένα σκότωσα. Και για την ακρίβεια δεν σκότωσα κανένα απλά
τον άφησα να σκοτωθεί. Και αν πραγματικά είναι τόσο τρομερό θα τον ξαναφέρω εδώ
να τον έχω. Γιατί βλέπεις τις προάλλες που ήμουν στο υπολογιστή ξανάπεσα σε μια
γνώριμη διαφήμιση. Για άλλη πόλη φυσικά, αλλά δεν πειράζει πάντα μας άρεσαν τα
ταξίδια σωστά;
-Σωστά!
Με έχει για ηλίθιο.
Ο ηλίθιος. Ας έχει χάρη που τον ερωτεύτηκα το μαλάκα. Αν δεν τον αγαπούσα, θα
είχα ορμήσει να του ξεσκίσω το λαιμό με τα δόντια. Ξέρω ότι θέλει να με
σκοτώσει. Νομίζει ο βλάκας ότι μπορεί να με ξεγελάσει επειδή μου χαμογελάει. Δεν
καταλαβαίνει ότι όσο μπορεί να ξεγελάει τον καθρέφτη του, τόσο μπορεί και μένα;
Δεν πειράζει όμως. Εγώ ξέρω πως είναι η ανυπαρξία και ο θάνατος(ή έτσι νομίζω).
Πάντως μια φορά εγώ δεν χάνω τίποτα με το να πεθάνω. Σίγουρα όχι τόσα όσα αυτός.
Ίσως για αυτό κανείς να μην θέλει να πεθάνει εδώ. Αγκιστρώνονται στη ζωή επειδή
είναι το μόνο που γνωρίζουν. Επειδή με τόσα χρόνια που περνάνε εδώ συνηθίζουν
τη ζωή και φοβούνται να την αφήσουν. Δειλοί. Εγώ δεν φοβάμαι να φύγω. Ξέρω πως
κάποια στιγμή θα ξανακαλεστώ. Και θα ξαναζήσω. Κι αν όχι, τι; Θα το θυμάμαι; Άντε γαμηθείτε, γειά τώρα.
Ε;
The wretched desert takes it's form, the jackal proud and tight
In search of you, I feel my way, though the slowest heaving night
Whatever fear invents, I swear it make no sense
I reach through the border fence
Come down, come talk to me
In the swirling, curling storm of desire unuttered words hold fast
With reptile tongue, the lightning lashes towers built to last
Darkness creeps in like a thief and offers no relief
Why are you shaking like a leaf
Come on, come talk to me
Ah please talk to me
Won't you please talk to me
We can unlock this misery
Come on, come talk to me
I did not come to steal
This all is so unreal
Can't you show me how you feel now
Come on, come talk to me
Come talk to me
The earthly power sucks shadowed milk from sleepy tears undone
From nippled skin as smooth as silk the bugles blown as one
You lie there with your eyes half closed like there's no-one there at all
There's a tension pulling on your face
Come on, come talk to me
Won't you please talk to me
If you'd just talk to me
Unblock this misery
If you'd only talk to me
Don't you ever change your mind
Now your future's so defined
And you act so deaf and blind
(And you act so deaf so blind)
Come on, come talk to me
Come talk to me
I can imagine the moment
Breaking out through the silence
All the things that we both might say
And the heart it will not be denied
'Til we're both on the same damn side
All the barriers blown away
I said please talk to me
Won't you please come talk to me
Just like it used to be
Come on, come talk to me
I did not come to steal
This all is so unreal
Can you show me how you feel now
Come on, come talk to me
Come talk to me
I said please talk to me
If you'd just talk to me
Unblock this misery
If you'd only talk to me
In search of you, I feel my way, though the slowest heaving night
Whatever fear invents, I swear it make no sense
I reach through the border fence
Come down, come talk to me
In the swirling, curling storm of desire unuttered words hold fast
With reptile tongue, the lightning lashes towers built to last
Darkness creeps in like a thief and offers no relief
Why are you shaking like a leaf
Come on, come talk to me
Ah please talk to me
Won't you please talk to me
We can unlock this misery
Come on, come talk to me
I did not come to steal
This all is so unreal
Can't you show me how you feel now
Come on, come talk to me
Come talk to me
The earthly power sucks shadowed milk from sleepy tears undone
From nippled skin as smooth as silk the bugles blown as one
You lie there with your eyes half closed like there's no-one there at all
There's a tension pulling on your face
Come on, come talk to me
Won't you please talk to me
If you'd just talk to me
Unblock this misery
If you'd only talk to me
Don't you ever change your mind
Now your future's so defined
And you act so deaf and blind
(And you act so deaf so blind)
Come on, come talk to me
Come talk to me
I can imagine the moment
Breaking out through the silence
All the things that we both might say
And the heart it will not be denied
'Til we're both on the same damn side
All the barriers blown away
I said please talk to me
Won't you please come talk to me
Just like it used to be
Come on, come talk to me
I did not come to steal
This all is so unreal
Can you show me how you feel now
Come on, come talk to me
Come talk to me
I said please talk to me
If you'd just talk to me
Unblock this misery
If you'd only talk to me
Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012
6ο μέρος - What is love? Baby don't hurt me, don't hurt me. No more.
Ανέκαθεν μου άρεσαν οι γυναίκες. Και πάντα πίστευα ότι μου
άρεσαν παραπάνω από το φυσιολογικό. Είμαι ικανός να κάθομαι να κοιτάω κοπέλες
να περνάνε από μπροστά μου για ώρες. Θεωρώ ότι είναι όλες καλές και όμορφες και
τις αγαπάω όλες. Και τότε τις αγαπούσα, πάντως. Εκεί καταλήγω όσο το σκέφτομαι.
Ότι και σεξ που κάναμε δεν σκέφτηκα στιγμή ότι κάνω σεξ με άντρα. Σκέφτηκα ότι κάνω
σεξ με μένα. Το φύλο μου και το φύλο του δεν είχαν καμία σχέση.
Ξαπλωμένοι ξανά. Τελευταία νύχτα. Λέω
τελευταία αν και κανείς δεν με αναγκάζει να το πω. Το λέω γιατί αυτό πρέπει να
σταματήσει. Πρέπει να σταματήσουμε να κοιμόμαστε μαζί, να τρώμε μαζί, να μιλάμε
μαζί, να ζούμε μαζί. Νομίζω πως είμαι ερωτευμένος.
Αυτά σκεφτόμουν τότε. Ήξερα πια
πως όσο και να κάνω πως δεν συμβαίνει τίποτα δεν ήταν έτσι. Και ήξερα ότι το
ήξερε. Με κοίταζε συνέχεια, συνέχεια και δεν έλεγε τίποτα. Δεν χρειαζόταν.
Γυρνάω πλευρό(στο υπερβολικά στενό κρεβάτι όπως
προείπα) και τον βλέπω να με κοιτάει ξανά με τη μύτη του σχεδόν να ακουμπάει. Μπαίνει
ελάχιστο φως από το παράθυρο, ίσα ίσα για να μπορέσω να δω ότι χαμογελάει. Χαμογελάω
κι εγώ.
Αν
ήθελα; Τώρα αναγκάζομαι να πω ναι. Τότε θα σου έλεγα όχι, λες χαζομάρες, αυτά
είναι αηδιαστικά και τέτοια. Θα έλεγα ψέμματα. Τώρα ίσως να μπορώ να πω ότι αυτή
η σκέψη υπήρχε στο μυαλό μου από αρκετά πριν. Από τότε που με κοίταξε(κοίταξα)
υποθέτω.
Πέσαμε για ύπνο στις 2 και. Τώρα πρέπει να
έχει πάει 5 παρά και ακόμα είμαστε στην ίδια θέση. Την ώρα την κατάλαβα από τους
σκουπιδιάριδες που περνάνε από τη Θηβών τέτοια ώρα. Το άκουσε και αυτός αλλά
δεν δώσαμε σημασία. Έχει περάσει κανά τέταρτο από τότε. Πάω να μιλήσω, να του
πω ότι πρέπει να κοιμηθούμε(μα δεν ήθελα, όχι, καθόλου δεν ήθελα να
κοιμηθούμε) μα με προλαβαίνει. Ανοίγω το
στόμα μου να μιλήσω και πριν προλάβω να βγάλω ήχο είναι μπροστά μου και με
φιλάει άγαρμπα και χαζά, σαν μικρό παιδί που δεν καταλαβαίνει τι κάνει και
γιατί. Και ιου ιου ιου είναι περίεργα και άσχημα και όλα είναι λάθος, δεν
πρέπει να γίνεται αυτό, εγώ δεν θέλω, μα τον αφήνω και μετά από λίγο
βελτιώνεται μόνος του και στ’ αλήθεια ένα λεπτό πριν σβήσουν τα φώτα σκέφτομαι ότι
ναι, τελικά φιλάω ωραία.
Το επόμενο πρωί ξύπνησαμε
καλά. Δεν είχα μετανιώσει(ούτε τώρα έχω μετανιώσει βασικά) και προς στιγμήν
ένιωσα χαρούμενος. Αργά αργά συνειδητοποίησα τι είχε γίνει και άρχισα να
πανικοβάλλομαι. Ο άλλος σήκωθηκε και κατάλαβε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί
μου αλλά δεν ήξερε τι να κάνει. Αφού με ρώτησε 2-3 φορές τι συμβαίνει και αφού
πήρε την στάνταρ απάντηση μου(τίποτα)και τις τρεις φορές, με άφησε ήσυχο και
κοίταζε μελαγχολικά έξω από το παράθυρο. Ήταν η τελευταία μας μέρα. Αυτό σκεφτόμουν.
Αυτό σκεφτόμουν και ανακουφιζόμουν. Αυτό σκεφτόμουν και τρελαινόμουν. Ακόμα και
τότε, δεν ήξερα τι να κάνω. Ακόμα και τότε δεν ήμουνα έτοιμος για τίποτα. Δεν ήθελα
να φύγει ποτέ. Αλλά δεν ήθελα να μείνει. Τον αγαπούσα. Τον λάτρευα. Και τον
μισούσα ταυτόχρονα. Αυτός όμως μόνο μ’ αγαπούσε. Στο κάτω κάτω ήμουν ο μόνος
άνθρωπος που γνώριζε. Τι άλλη επιλογή είχε;
Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012
5ο μέρος - I hate myself for loving you (me)
Οι
επόμενες μέρες πέρασαν πολύ παράξενα. Ήταν ένα μωρό. Ένα μεγάλο μωρό. Το μόνο
που ήξερε ήταν να μιλάει και να περπατάει. Δεν μπορούσαμε να βγούμε έξω φυσικά
ή να γνωρίσει κάποιον γνωστό μου οπότε, μέναμε μέσα και του έδειχνα πράγματα
από βιβλία και από το ίντερνετ. Προσπαθούσα να του δείξω πως είναι ο έξω κόσμος
αφού δεν μπορούσε να τον δει από μόνος του. Δεν ήξερα τι να κάνω, ντάξει; Υποτίθεται
ότι ήταν εδώ γιατί… Βασικά δεν ήξερα πια γιατί ήταν εδώ. Δεν ήξερα τι να τον
κάνω. Και δεν ήξερα πια τι να κάνω. Σκεφτόμουν να του μάθω κάποια βασικά
πράγματα για μένα και να τον αφήσω στη
θέση μου κι εγώ να φύγω. Να πάω να αρχίσω ζωή κάπου αλλού, εντελώς καινούργια
ζωή, χωρίς πια φίλους, οικογένεια, σπαστικούς γνωστούς που συναντάς στο μετρό
και δεν σ’ αφήνουν ν’ ακούσεις μουσική από το mp3 σου. Χαζή σκέψη, ναι, αλλά είχα λίγο
χαθεί. Ένα μόνο ήξερα. Μετά τις 7 μέρες κάποιος έπρεπε να φύγει είτε με τον ένα
τρόπο είτε με τον άλλο.
(ξέρει τόσα
πολλά… είναι τόσο έξυπνος. Από τότε που με ξύπνησε και τον κοίταξα στα μάτια,
κατάλαβα ότι θέλω να είμαι μαζί του. Όλα αυτά που μαθαίνω, ναι, είναι πολύ
ενδιαφέροντα, δε λέω, αλλά και τίποτα να μην έλεγε δεν θα με πείραζε. Αρκεί που
είναι μαζί μου. Μοιάζουμε τόσο. Μια φορά βάλαμε τα χέρια μας να ακουμπήσουν το
ένα πάνω στο άλλο-για να συγκρίνουμε, έτσι το είπε-και, παρόλο που αυτός το
μόνο που έκανε ήταν να κοιτάζει σα να προσπαθούσε με το ζόρι να βρει διαφορές,
εγώ είδα. Ήμασταν ίδιοι. Και κατάλαβα ότι το είδε και αυτός. Νομίζω μ’ αγαπάει
και αυτός. Μια δυο φορές τον έχω πιάσει να με κοιτάει όταν νομίζει πως δεν
προσέχω. Για κάποιο λόγο δεν θέλει να παραδεχτεί πως του αρέσω. Δεν καταλαβαίνω
γιατί. Τι το κακό υπάρχει σε 2 άτομα που αγαπιούνται;)
Θα είχαμε κλείσει 3ωρο στον υπολογιστή όταν ξαφνικά: «πάμε μια βόλτα;».
Γυρίζω και τον βλέπω να με κοιτάει με βλέμμα που μόνο παιδί που περιμένει τον
άγιο βασίλη μπορεί να έχει.
-Δεν μπορούμε
να βγούμε, στο ‘χω πει.
-Γιατί;(πώς να του
το εξηγήσω, αλήθεια; Πώς να καταλάβει αυτός, αφού δεν ξέρει τίποτα για τον
κόσμο, πόσο παράξενο θα φανεί να βγω με τον εαυτό μου για να δούμε τη γειτονιά;)
-Γιατί δεν γίνεται να σε δει κανείς.
-Αφού μοιάζω με σένα και εσένα σε βλέπουν όλη την ώρα.
-Δεν είμαστε το ίδιο.
-Αφού εσύ είπες ότι είμαστε ίδιοι.
-Δεν γίνεται, τελείωσε, σταμάτα να ρωτάς.
-Άμα βγούμε όταν δεν έχει κόσμο τριγύρω; Πάντα έχει
κόσμο;
-Θα δούμε.
-Λες ψέματα για να μη ρωτάω άλλο;
-Ναι.
-Καλά δε ρωτάω άλλο.
-Μπράβο.
Έτσι. Σα μωρό. Αλλά γλυκούλης.
Θεέ μου γίνομαι γκέυ! Αλλά ήταν γλυκούλης. Πολλές φορές έπιανα τον εαυτό μου να
τον κοιτάει και όταν έβλεπα πως το πρόσεξε, γύρναγα από την άλλη. Και πάντα μα
πάντα, περίμενα με ανυπομονησία να έρθει η ώρα να κοιμηθούμε. Βλέπετε έχω μονό
κρεβάτι και αναγκαστικά σχεδόν αγκαλιαζόμαστε. Τι πειράζει; Στο κάτω κάτω δεν θα κάνω τίποτα, εντάξει; Αφού σε 3-4
μέρες, ο ένας από τους 2(ή και οι 2)θα είναι νεκρός. Ευτυχώς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)