Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Τικ(ντουπ) Τοκ(ντουπ-ντουπ) Τικ(ντουπ-ντουπ) Τοκ(ντουπ-ντουπ)



Αιμορραγώ από το κεφάλι μου. Μαζεύεται το αίμα γύρω από τον εγκέφαλο μου. Και πονάει το κεφάλι μου. Και όταν μαζευτεί πολύ και έχω πολύ πονοκέφαλο θα νιώσω μια άηχη έκρηξη και θα πεθάνω.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανθρώπινης μοναξιάς είναι ότι όταν γίνεται κάτι άσχημο πάντα θέλω να αγκαλιάσω τον εαυτό μου. Δε θέλω να με ακουμπάνε. Με ενοχλούν. Επεμβαίνουν. Θέλω χέρια γύρω μου, θέλω παρηγοριά αλλά με κανέναν άλλον δεν μπορείς να συγχρονιστείς, μόνο με σένα.

Και αγκαλιάζεσαι και πονά το κεφάλι σου. Μεγαλώνει ο πονοκέφαλος και σφίγγεις πιο πολύ. Προσπαθείς να δώσεις σε ένα φαύλο κύκλο μια διέξοδο.

Και πονά το κεφάλι μου και μαζεύεται το αίμα μου και από κάπου πρέπει να διαφύγει η πίεση. Από κάπου να φύγει το αίμα. Και μόλις φεύγει στεναχωριέμαι που έφυγε. Το αγάπησα και μ’ αγαπά κι αυτό. Είμαι συνδεδεμένος με το σώμα μου και τα υγρά του πιο πολύ απ’ όσο νομίζω και σίγουρα πιο πολύ απ’ ότι θα ‘πρεπε.

Διώχνω σάλιο και αίμα και νερό και τρώω για να φτιάξω καινούργια πράγματα, καινούργια κύτταρα, νέα πρόβατα για σφαγή. Είναι χαρούμενα που με υπηρετούν και έχω αρχίσει να νομίζω πως δεν είμαστε κάτι διαφορετικό αυτά κι εγώ. Αν έφευγε το σώμα μου δεν θα ήμουνα τίποτα. Είμαι το σώμα μου και το αγαπώ από πολύ έως άπειρα.

Είμαι το σώμα μου και το αγαπώ. Και όταν πεθαίνει κάποιος που αγαπάς στεναχωριέσαι. Είμαι το σώμα μου και στεναχωριέμαι.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

https://www.youtube.com/watch?v=s0tCYctnOpk



Θα έπρεπε να σταματήσουμε να ζούμε στο παρελθόν όσο θελκτικό κι αν ήταν. Είναι αναγκαίο να το συνειδητοποιήσουμε αυτό αν είναι να επιζήσουμε. Αν είναι να ζήσουμε. Θα πρέπει να σταματήσουμε να ελπίζουμε να ξαναζήσουμε τις όμορφες στιγμές που περάσαμε, κάτι τέτοιο είναι αδύνατον και πρέπει να το δεχτούμε. Όσο πιο άμεσα το αποδεχτούμε, τόσο καλύτερα θα είναι για τις επόμενες στιγμές μας, τόσο καλύτερα θα είναι για τους επόμενους ανθρώπους που θα συναναστραφούμε.

Παίρνεις τις αναμνήσεις σου και τις κλείνεις σε ένα κουτί. Μπορείς να το ανοίγεις και να τις βλέπεις όποτε θες. Αυτή η γνώση πρέπει να σε κρατήσει από μόνη της. Δεν μπορείς να ζήσεις σ’ αυτό το κουτί. Μπορείς μόνο να το επισκέπτεσαι. Δεν μπορείς να ζήσεις σε άλλους κόσμους γιατί το δαιμόνιο σου θα πεθάνει. Και θα είσαι μόνος σου.

Έχε το κουτί σου, φύλα το κουτί σου, αλλά ξεπέρνα το και ξεδιπλώσου προς τα μπροστά. Από πίσω σου βρίσκεται ένας οδοστρωτήρας, αν περιμένεις στο παρελθόν θα σε ισοπεδώσει και δεν θα μπορείς να ξανασηκωθείς εύκολα.

Τι υπάρχει μπροστά μας όμως είναι ένα θέμα. Υπάρχει ο σοσιαλισμός φυσικά αλλά εκτός απ’ αυτόν. Υπάρχει φτώχεια, ελλείψεις, προδοσίες, κατάντια, φόβος, άγχος, ανασφάλεια, αχρηστία, αδιαφορία, θλίψη, τεμπελιά, ανικανότητα, ξεκατίνιασμα, κουτσομπολιό, μίσος (ταξικό και μη), τσακωμοί, σκοτωμοί, χωρισμοί, εγκατάλειψη, μοναξιές, πληγές, μια λίστα ατελείωτη με λέξεις που σε αποθαρρύνουν.

Μέσα σε αυτό το λεξιλόγιο είναι πολύ σημαντικό να προσπαθήσεις να μην δεις το κενό, την τρύπα. Σε όλα αυτά υπάρχει το «γιατί να μ’ ενδιαφέρει». Και νομίζω το πιο δύσκολο είναι να βρεις κάποιο λόγο. Δεν μπορώ να βρω το λόγο. Κι έτσι έχω πει ότι θα μ’ ενδιαφέρει επειδή μ’ αρέσει να φτιάχνω όμορφα πράγματα.

Και μετά κάνω εμετό.

Κάνε εμετό. Κάνε εμετό. Κάνε εμετό. Κάνε εμετό. Κάνε εμετό. Κάνε εμετό. Και μη με ξαναρωτήσεις τίποτα.

Τ' ορκίζομαι οτι ξεκίνησα με πολύ καλή διάθεση

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Μελλλλλλόδραμα



Λεβεντιά, γρήγορος να ‘σαι σαν το ποτάμι.
Ρε παιδιά, τυφώνες να ‘μαστε τρομεροί.

Είναι, σίγουρο, πως, χάνω, φάσεις.

Ακούω Συνθετικούς και λέω μπράβο στο φίλο μου το Ρωμανό που τους βρήκε. Συγχαρητήρια από δω, ευχαριστώ από κει, φιλάκια σε σένα, αγκαλιά στον άλλον, καλές συμπεριφορές και πράξεις, ανεκτίμητες στιγμές σ’ αυτό τον κόσμο. Ριντίκουλους.

Η αγαπημένη μου λέξη αυτό τον καιρό είναι η λέξη Ντετερμινισμός.

Επειδή δεν βρίσκω ένα καλό λόγο να κάνω μια καλή πράξη αποφασίζω να λέω την κάθε καλή μου πράξη γούστο μου καπέλο μου και να την κάνω με το έτσι θέλω. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να λυπάμαι που πεθαίνουν άνθρωποι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να στεναχωριέμαι για τα ζωάκια που πεθαίνουν και εξαφανίζονται και βασανίζονται. Δεν υπάρχει κανένας λόγος. Δεν είναι θέμα επιβίωσης, δεν με απασχολεί αν εκλείψει η καρέτα καρέτα, δεν θα πεινάσω ούτε θα χάσω το νερό μου από αυτές τις ανόητες χελώνες. Και ακόμα πιο πολύ. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να νιώθω άσχημα για τις επόμενες γενιές και τον κόσμο που θα τους αφήσω. Δεν με νοιάζει τι θα κάνει το παιδί μου, πρώτα και κύρια γιατί μπορεί και να μην κάνω παιδί αν δε θέλω. Αλλά και να έχω παιδί μπορώ να του πω ότι όπως τα βρήκε, έτσι είναι, ας κάνει ο,τι καταλαβαίνει. Δεν είμαι υποχρεωμένος να κάνω κάτι για αυτό το παιδί και για οποιονδήποτε γενικώς.

Θα μπορούσα να αφήσω τον κόσμο να πεθάνει όσο τρώω παγωτά, κλεμμένα από ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της ΕΒΓΑ, δίπλα σε ένα άδειο και μισογκρεμισμένο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο που τα κεφαλαία του έχουν από καιρό βγει από μπροστά. Θα μπορούσαν να αράξω στη μέση της ιεράς οδού που κανείς δεν περνά πια και σίγουρα κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει πως τη λένε, να αράξω τρώγοντας ξυλάκι παγωτό και ακούγοντας την ησυχία, το κενό, τον άνεμο στα φύλλα των δέντρων του γεωπονικού, να βλέπω μακριά το δρόμο και τις γραμμές του τρένου, που κανένα τρένο δεν ταξιδεύει σε όλα τα χιλιόμετρα της γραμμής, πίσω μου θα έχω ατελείωτα χιλιόμετρα προηγούμενων τόπων εγκατάστασης ζώων και φυτών, μπροστά μου, σε λιγότερο από μιας μέρας περπάτημα τη θάλασσα που θα είναι ακόμα ωραία γιατί ακόμα θα κινείται και θα τρώω το ξυλάκι, θα τελειώσει, θα σηκωθώ, θα διαλέξω μια περιοχή που δεν την είχα επισκεφθεί ακόμα και θα πάω.

Περπατώντας, θα χαθούν τα δέντρα, τα φυτά, τα μανιτάρια από τις άκρες του δρόμου όπου πέθαναν όλοι αυτοί που ζούσαν κάποτε εδώ. Θα χαθούν γιατί, αν δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει ζωή. Τίποτα. Είμαι εγώ και έχω περιθώριο 2-3 μέρες να περπατήσω στα αγαπημένα μου μέρη, να τα γεμίσω από τις αναμνήσεις μου, να θυμηθώ καλά πράγματα, κακά πράγματα, να εξερευνήσω τα μέρη που πάντα ήθελα να πάω αλλά δεν έκατσε να πάω ποτέ. Θα αρχίσουν τα φαντάσματα των ανθρώπων που ήθελα να είναι μαζί μου να γεμίζουν την πόλη μου, αυτή την πόλη των φαντασμάτων, θα χαιρετώ ανθρώπους που δεν θα ‘ναι ποτέ ξανά εκεί, θα θυμάμαι όμορφα πράγματα και μόνο αυτά γιατί αυτά αρκούν για να πονέσω, δεν υπάρχει καν ανάγκη να θυμηθώ τα άσχημα αφού αυτά τα έχασα και είναι καλό, θα θυμηθώ την ευτυχία, θα θυμηθώ τη φιλία και τη διασκέδαση, τις βόλτες, το κέντρο, την πλάκα, τις μπύρες, το καλοκαίρι, το ινδικό, την Ερμού, την Καρύτση, τα πάρτι, το 790, το λόφο, τις ανηφόρες, τις κατηφόρες, το τρέξιμο πίσω από το τρόλευ, τη σχολή μου, τις άλλες σχολές που πήγα και παρακολούθησα μαθήματα για τη φάση, και πάντα και στο τέλος και στην αρχή θα θυμάμαι άτομα, ονόματα, αμέτρητα ονόματα, αμέτρητα πρόσωπα, θα έχω ξεχάσει χαρακτηριστικά αλλά θα θυμάμαι τα μέρη που τους βρήκα, που τους είδα, που τους περίμενα, που με περίμεναν, που τους πήρα να τους ρωτήσω που είναι να πάω να τους βρω.

Ονόματα, αμέτρητα ονόματα.

Θα φωνάζω αμέτρητα ονόματα.

Κώστας, Μαρία, Θανάσης, Ειρήνη, Ματίνα, Ρωμανός, Διονύσης, Κώστας, Κατερίνα, Δήμητρα, Γιώργος, Γιάννης, Γιάννης, Αργύρης, Αλέξανδρος, Παναγιώτης, Ιωάννα, Ιωάννα, Ελένη, Ελένη, Κωνσταντίνα, Γιάννης, Παναγιώτης, Θανάσης, Πέτρος, Ανδρομάχη, Μαρίτα, Αλίκη, Θάνος, Κώστας, Μαρία, Ίριδα, Θοδωρής, Θοδωρής, Αρά, Αρμέν, Ελένη, Ειρήνη, Βάσω, Θάνος, Ειρήνη, Αλεξάνδρα, Βασούλα, Νατάσα, Κατερίνα, Άννα, Ελένη, Έφη, Βασίλης, Χριστίνα, Μαρία, Γιάννης, Αναστασία, Εύα, Σάμυ, Νανά, Γεύη, Γιάννης, Δημήτρης, Ιωάννα, Χριστίνα, Αλεξάνδρα, Νατάσα, Άννυ, Τάσος, Δημήτρης, Αφροδίτη, Αφροδίτη, Τζένη, Παναγιώτης, Ελισάβετ, Σταυρούλα, Νότης, Μάκης, Βάσω, Μάριαμ, Μάριος, Δανάη, Άντα, Μενέλαος, Άρης, Λουκάς, Κωνσταντίνα, Έλενα, Πελαγία και τα ονόματα δεν θα τελειώνουν, δεν θα τελειώνουν και δεν θα τελειώνουν.

Θα ‘ ναι όλοι τους νεκροί κι εγώ έμεινα εδώ από τύχη, όχι από κακία αλλά από απλή αγορίστικη απροσεξία.

Θα ‘ναι όλοι τους νεκροί κι εγώ θα τους φωνάζω να γυρίσουν να παίξουμε πάλι, να τρέξουμε πάλι.

Θα ‘ναι όλοι τους νεκροί και με κάθε μου φωνή, με κάθε μου όνομα θα πεθαίνω κι εγώ σιγά σιγά. Με κάθε όνομα θα φεύγει και ένα κομμάτι. Και όταν τα τελειώσω όλα, θα έχουν φύγει τα καλύτερα μου κομμάτια, άλλα πιο μεγάλα, άλλα πιο μικρά και αυτό που θα μείνει θα ‘ναι μισό, θα ‘ναι το τίποτα κι έτσι θα εξαφανιστεί κι αυτο και στη γη θα μείνει το τίποτα, κανένας οργανισμός, μόνο πέτρες και αφιονισμένο νερό. Και ποιος θα νοιαστεί;

Κανείς δεν θα νοιαστεί.

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Νομίζω θα κάνω εμετό




Δεν μου ‘χεις πει τόσα χρόνια αν έχεις μετανιώσει,
όταν τριγύρναγες σε φίλους για δικά μου δανεικά.

Είμαι φτωχός. Έτσι νομίζω. Όχι δεν εννοώ κάτι μεταφορικό και μυστικιστικό. Είμαι φτωχός. Δεν έχω λεφτά. Τόσο απλό. Δεν πεινάω ακόμα αρκετά για να σας πω ότι είμαι εξαθλιωμένος. Όχι ακόμα. Μέρα τη μέρα η ζωή μου γίνεται όλο και πιο φτωχή. Υλικά φτωχή, ναι. Και όποιος πει ότι με τα λεφτά δεν έρχεται η ευτυχία είναι εντελώς ασήμαντος. Αλλά δεν θέλω να καταλήξω εκεί.

Οι φίλοι μου, στο 90% τους, είναι πιο ευκατάστατοι από μένα. Δεν είμαι σίγουρος αν τους ζηλεύω. Νομίζω όχι. Δηλαδή, σίγουρα ζηλεύω να έχω παραπάνω λεφτά να πηγαίνω σινεμά χωρίς να το σκέφτομαι δεύτερη φορά αλλά ντάξει, σιγά, αυτό δεν είναι πραγματική ζήλεια. Δεν τους ζηλεύω αλλά μου τη σπάνε πάρα πολύ. Όχι επειδή έχουν πιο πολλά λεφτά από μένα. Αλήθεια το λέω, τα λεφτά είναι όντως ασήμαντα για μένα. Μπορώ να είμαι φτωχός, και πιο φτωχός απ’ ότι τώρα, δεν φοβάμαι τη φτώχεια.

Φοβάμαι την ασυνειδησία. Φοβάμαι την αδιαφορία. Φοβάμαι τον αποκλεισμό.

Φοβάμαι γιατί με έχεις γραμμένο. Με έχεις γραμμένο. Και φοβάμαι, όχι γιατί θέλω την προσοχή σου, την αγάπη σου. Δεν τα θέλω αυτά. Ναι, μ’ αγαπάς, είμαστε όλοι άνθρωποι και αγαπιόμαστε πολύ πολύ και τα λοιπά. Όταν ο από κάτω σου διεκδικεί, ναι, σίγουρα τον αγαπάς. Μη σου πω του δίνεις και δίκιο. Τίποτ’ άλλο του δίνεις; Τίποτ’ άλλο πέρα από τη συμπάθεια μου δίνεις; Γιατί αυτή είναι τσάμπα. Αυτή τη δίνεις απλόχερα όσο δεν χρειάζεται να θυσιάσεις κάτι. Όσο δεν θυσιάζεις κάτι, τότε δίνεις απλόχερα. Τότε δίνουμε όλοι απλόχερα. Αυτό δεν είναι βοήθεια, αυτό δεν είναι στήριξη.

Αυτό είναι κατάντια. Και είναι σίχαμα. Και είναι αηδία.

Αηδιάζω. Όπως προείπα, είμαι φτωχός. Δεν έχω για δεδομένα τα (τόσο ανάξια) υλικά αγαθά. Δεν έχω για δεδομένο ούτε το κινητό μου, ούτε το γιατρό μου, ούτε τη δουλειά μου, ούτε τη διασκέδαση μου, ούτε το φαγητό μου, ούτε καν το σπίτι μου. Είμαι φτωχός και ακούγεται τόσο γραφικό να λες αυτή τη φράση που την επαναλαμβάνω για να πάρει υπόσταση, να μην είναι πια μια χαζοφράση που δεν σημαίνει τίποτα. Η φτώχεια υπάρχει και δεν αφορά μόνο αυτούς που δεν έχουν να φάνε. Αφορά αυτούς που δεν έχουν αυτά που δικαιούνται, αυτά που έχουν ανάγκη. Αυτά που έχουν ανάγκη σαν άνθρωποι όμως, όχι σα ζώα που γεννήθηκαν για να δουλεύουν για να μπορούν άλλοι άνθρωποι να ζουν καλύτερα. Τα ζώα θέλουν φαγητό, μια φωλιά, ρούχα ή γούνα να μην κρυώνουν άντε και λίγη παρέα. Αν έχεις αυτά είσαι ευκατάστατος; Δεν είσαι φτωχός; Ή μήπως πρέπει να βάλουμε τους ανθρώπους σε κατάταξη; Εσύ είσαι πολύ φτωχός γιατί τα ρούχα σου έχουν λιώσει, εσύ είσαι πάρα πολύ φτωχός γιατί κοιμάσαι στο δρόμο, εσύ έχεις φάει σήμερα, είσαι λιγότερο φτωχός, εσύ που δεν τρως και πεθαίνεις, άντε, εσύ είσαι φουλ τάιμ φτωχός.

Αηδιάζω. Αηδιάζω. Αηδιάζω να βγαίνω από το σπίτι και να βλέπω ανθρώπους. Αηδιάζω γιατί είναι φτωχοί. Όλοι τους. Και δεν το παραδέχονται. Δεν θέλουν να παραδεχτούν κάτι τέτοιο. Ντρέπονται ίσως. Με αηδιάζουν. Με αηδιάζουν πολύ. Παίρνουν το λεωφορείο σαν λύση ανάγκης, νιώθουν σα να κάνουν θυσία. Πηγαίνουν σε δημόσιο νοσοκομείο και σιχαίνονται. Ταξιδεύουν με το τρένο και γκρινιάζουν. Ψωνίζουν από τα Lidl και ντρέπονται. Παίρνουν τα ρούχα τους από παζάρια και το κρύβουν. Δεν έχουν λεφτά να βγουν και λένε δικαιολογίες. Αργούν και αγχώνονται να ξεπληρώσουν δάνεια και νιώθουν ένοχοι.

Αηδία. Αηδία. Αηδία. Αηδία. Αηδία. Αηδία.

Δεν έχουν σκεφτεί ποτέ να διεκδικήσουν καλύτερη ζωή. Μόνο να γλείψουν, να ψάξουν τη μια στις χίλιες ευκαιρία, να τους κάτσει η καλή, να πετάξουν μαύρη πέτρα πίσω τους, πίσω στους άλλους 999 που περιμένουν, και να τους δώσουν συμπάθεια μετά, να τους δώσουν κουράγιο, να τους προτρέψουν να ψάξουν κι αυτοί μια τέτοια ευκαιρία, μια τέτοια διέξοδο ώστε να μπορούν μετά να κοροϊδεύουν κι αυτοί με τη σειρά τους.

Τους σιχαίνομαι. Τους φοβάμαι, αλλά τους σιχαίνομαι πιο πολύ. Τους σιχαίνομαι βαθιά βαθιά βαθιά μέσα μου.

Σιχαίνομαι τους φοβιτσιάρηδες.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

http://www.youtube.com/watch?v=bUydnU4pvs4




Δεν υπάρχουν πουθενά αναγκαιότητες, παντού υπάρχουν δυνατότητες. Ο άνθρωπος, ως κύριος των δυνατοτήτων αυτών, είναι αυτός που αποφασίζει για την αξιοποίηση τους. Η άποψη αυτή, με την αναστροφή που συνεπάγεται, βάζει σε πρώτη μοίρα τον άνθρωπο και όχι πλέον τη γη, την επίδραση του κλίματος ή τις καθοριστικές συνθήκες που ισχύουν σε κάθε περιοχή.[1]

Ο σοσιαλισμός σαν εργαλείο ανύψωσης, ο άνθρωπος του στο προσκήνιο.

Αν ο άνθρωπος γεννήθηκε με το χάρισμα της δημιουργικότητας, γιατί πρέπει να το αφήσει να σκουριάσει, γιατί να αφήσει το κοφτερό του μαχαίρι αχρησιμοποίητο αντί να κλέψει από όλους τους φανταστικούς του κόσμους;

Μου φαίνεται πως κανείς δεν περιμένει πια. Γιατί κανείς δεν παίζει κνίφελ πια. Και μαζεύω ζάρια τσάμπα.

Μου φαίνεται πως κανείς δε ρισκάρει. Όχι πια, γενικώς. Πρότεινα περιπέτειες που μόνο τις διαβάζουμε. Και μου απάντησαν πως είναι μόνο για διάβασμα. Και τους ρώτησα αν φοβούνται. Και δεν μου απάντησαν ευθέως. Τους είπα πως κι εγώ φοβάμαι για να καλύψω όλες τις περιπτώσεις. Και πάλι δεν μου απάντησαν.

Πίσω από την ακαταλαβίστικη γλώσσα κρύβεται κάτι πολύ απλό. Ήθελα να ζήσω μια περιπέτεια με παρέα και τελικά θα τη ζήσω μόνος μου. Και μάλλον δεν θα τη ζήσω καν. Ίσως αν περάσει λίγος καιρός να αποφασίσω ότι δεν την ήθελα κιόλας. Αυτό θα μας βολέψει όλους.

Αλλά αυτά δεν έχουν σχέση γιατί εγώ ένα κνίφελ ήθελα να παίξω αλλά το κνίφελ είναι το παιχνίδι αυτών που περιμένουν. Κι εγώ δεν περίμενα τίποτα.

Είπα να κάνω κάτι, γιατί είπα να κάνω κάτι. Και είπα να φτιάξω κάτι επειδή σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο. Αυτό θέλω να κάνω. Να φτιάξω κάτι ωραίο και να χαίρομαι βλέποντας το. Τι είναι το ωραίο; Τι εννοώ; Γιατί δεν εξηγώ; Γιατί είναι κουραστικό αυτό το παραγραφάκι; Μήπως επειδή είμαι κουρασμένος εγώ; Μήπως επειδή είστε κουρασμένοι εσείς; Μήπως επειδή άντε γαμηθείτε; Μήπως επειδή δε διάβασα καλά για αύριο που γράφω ένα κακό μάθημα και το βαριέμαι; Γιατί δε διάβασα; Γιατί έχασε ο ΔΣΕ; Γιατί γράφω πάντα για το ΔΣΕ; Γιατί μ’ αρέσει ο ΔΣΕ; Γιατί δεν σ’ αρέσει εσένα; Θα μπορούσες να διαφωνήσεις μαζί μου και θα μπορούσα να σε σκοτώσω απλά για να απλοποιήσω τα πράγματα. Γιατί είμαι τέτοιος; Γιατί νομίζεις ότι θα γίνω κακός; Γιατί νομίζεις ότι είμαι κακός; Γιατί είμαι κακός; Γιατί σε νοιάζει; Γιατί δε σε νοιάζει; Γιατί δε μ’ αφήνεις ήσυχο; Γιατί μ’ άφησες ήσυχο; Γιατί δε μ’ αφήνω ήσυχο; Γιατί δε σταματάω να ρωτάω; Γιατί δε μου απαντάει κανείς; Γιατί δεν θέλω απάντηση; Γιατί συνεχίζεις να διαβάζεις; Γιατί συνεχίζω να γράφω;

Γιατί βαριέμαι να διαβάσω. Κάποιες φορές είναι τόσο απλό.


[1] L. Febver, Ιστορικός