Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Λ.Σ. και ξερό ψωμί



Ξέρω πως ανησυχείς. Κι εγώ ανησυχώ. Γιατί στην ΕΛΣΤΑΤ τα κτήρια και οι οικοδομές είναι διαφορετικές; Γιατί δεν ανέβηκε ο Θανασάρας ο άρχοντας; Γιατί πονάει συνέχεια το στομάχι μου; Γιατί φοβάμαι να πεθάνω;

Αφού είχα αποφασίσει να μην το κάνω αυτό.

Η φιλία μας είναι στην εντατική αλλά είπανε πως αν δεν αποσυνδέσω εγώ τα μηχανήματα δεν πεθαίνει. Εγώ νομίζω πως πέθανε χτες και δεν το κατάλαβε κανείς.

Ο Θανασάρας ο άρχοντας δεν ανέβηκε. Και μαζί του πολλοί. Και εγώ στεναχωρήθηκα γιατί οι εκλογικές μου αυταπάτες φτάνουν πολύ βαθιά. Πάρα πολύ βαθιά. Κι ας φωνάζω δυνατά: Τέρμα πια στις αυταπάτες, ή με το κεφάλαιο ή με τους εργάτες.

Είμαστε αναγκασμένοι να αντιπαλεύουμε ένα σύστημα που έχει ήδη νικήσει και αποκτηνώσει την ανθρωπότητα. Είμαστε αναγκασμένοι να αντιστεκόμαστε ενώ βαθιά μέσα μας, αυτοί που δεν έχουν (είτε εκλογικές είτε άλλες) αυταπάτες, ξέρουν πως το σημείο του γυρισμού πέρασε. Είμαστε σχεδόν αυτοκτονικά αφοσιωμένοι στο σχέδιο για απελευθέρωση και δικαιοσύνη που συνεχίζουμε και συνεχίζουμε, χάνοντας συνεχώς συμμάχους, χάνοντας συνεχώς δυνάμεις, χάνοντας συνεχώς την υπομονή μας αλλά ξαναβρίσκοντας τη, συνεχίζουμε μέχρι να μας κυνηγήσουν και να μας σκοτώσουν σε κάποιο στενό.

Αυτή ήταν είναι και θα είναι η κατάληξη όλων των ανθρώπων που αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν ανά τα χρόνια. Όσοι αγωνίζονται πεθαίνουν και όσοι κρύβονται σφετερίζονται τα κεκτημένα τους. Περιμένουν να δουν ποιος θα μείνει ζωντανός χωρίς να νοιάζονται και πολύ για την ταυτότητα του, περιμένουν να δουν αν αυτός που πέθανε θα μείνει πεθαμένος για να μπορέσουν να πουν πως τον μισούσαν από την αρχή, σκουντάνε με τη μύτη του παπουτσιού τους το πτώμα της όποιας αντίστασης υποστήριξαν ποτέ και, αφού σιγουρευτούν ότι πέθανε, ουρλιάζουν πως δεν την ήξεραν ποτέ, πως δεν την ήθελαν ποτέ, πως τη σιχαίνονται.

 Αυτό είναι η πραγματικότητα. Αυτό είναι η αλήθεια. Αυτό είναι αυτό που συμβαίνει. Αυτό είναι.

Και αν θέλω να το αλλάξω είναι επειδή δεν μου αρέσει. Όχι γιατί δεν με συμφέρει. Να διαπιστώνεις το ωραίο πριν διαπιστώσεις την ανάγκη σου. Αυτό είναι το κόλπο (αδύνατο όμως). Να συνειδητοποιείς τον κόσμο που θες (λίγο) πριν συνειδητοποιήσεις την τάξη σου. Να μάθεις να αγαπάς την τάξη σου πριν αγαπήσεις οτιδήποτε άλλο. Αν αγαπάς αρκετά τον κόσμο θα αγαπήσεις και τον εαυτό σου, όχι το ανάποδο. Γιατί εκεί ανήκει, έτσι κι αλλιώς.

Αν υπάρχουν ανάγκες είναι επειδή δεν τις ικανοποιήσαμε ακόμα.

Αν υπάρχουνε τάξεις είναι επειδή δεν τις καταργήσαμε ακόμα.

Και αν υπάρχει αγάπη είναι προοικονομία.

Είτε σας αρέσει είτε όχι.

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Ήταν ένας δευτεροκλασάτος Μπ---------- Ξ--------. Κι αυτό είναι απλά κακό δικέ μου.



Είναι η ώρα που ο θόρυβος της πόλης καταλαγιάζει σιγά σιγά. Ώρα την ώρα παρατηρείται μια μείωση των ντεσιμπέλ, κάθε ήχος πολλαπλασιάζεται, κάθε πλήκτρο (ΤΑΚ) φωνάζει πως ο άνθρωπος μπροστά από το πισι (ΤΑΚ) είναι μόνος του. Για παρέα έχει πάντα ένα μπιτ, μια μελωδία, ένα κάτι να ακούγεται, πάντα κάτι να ακούγεται.
Αν περάσεις κάτω από το μπαλκόνι του και περιμένεις να περάσει ο θόρυβος του ενός αμαξιού ανά 2 λεπτό, θα ακούσεις κι εσύ ένα ψήγμα από τον μουσικό του υπνόσακο. Περνάνε κάποιοι και αναρωτιέται. Τον ακούν; Ακούν τα πλήκτρα; Ακούν τη μουσική; Καταλαβαίνουν τι σημαίνουν;
Ώρες ώρες θα αφήσει το πληκτρολόγιο για να ακολουθήσει με τα δάχτυλα, με τα χέρια και τα πόδια του το ρυθμό της μουσικής, να παίξει, να ενωθεί μαζί της για λίγο, ξεχνιέται έτσι, θα σου πει. Αλλάζει κομμάτια όταν τα βαριέται και άλλα τα αφήνει 2 και 3 φορές. Και περνάει η ώρα, άλλες φορές ακούει μουσική απλά, άλλες γράφει κάτι, άλλες φτιάχνει κάτι, παίζει, διαβάζει, αναρωτιέται γιατί δεν πέφτει για ύπνο.
Μια τέτοια μέρα, μια τέτοια νύχτα, παρατηρώντας την οθόνη αποκοιμήθηκε. Το όνειρο του ήταν ντελιριακό, σα να είχε μεγάλο πυρετό. Ξανά και ξανά έβλεπε το ίδιο όνειρο, μικρό όνειρο, να αρχίζει, να τελειώνει και να ξαναρχίζει.
Στο πισι παίζει χαλαρωτική μουσική, μια μουσική σα να συνεχίζεται για πάντα. Γυρνάω το βλέμμα από την οθόνη, κουράστηκα από το πολύ φως, γυρίζω να κοιτάω προς το υπόλοιπο δωμάτιο. Απλώνω τα πόδια μου στο κρεβάτι και χαλαρώνω. Είναι αργά, θα πέσω για ύπνο σε λίγο. Κοιτάω αφηρημένος προς το σκοτεινό ορθογώνιο της πόρτας που οδηγεί στο υπόλοιπο σπίτι. Κοιτάζω αφηρημένος και κοιτάζω μέχρι που το σχήμα που μοιάζει με πόδια στην κάτω δεξιά γωνιά της πόρτας αρχίζει κουνιέται νευρικά. Ένα ανεπαίσθητο ταπ-ταπ-ταπ ακούγεται μέχρι τη θέση μου. Ο κάτοχος των ποδιών μάλλον συνειδητοποιεί κι αυτός τον ήχο γιατί αμέσως σταματά. Κοιτώ προς τα πάνω και το μισό μιας μάσκας προεξέχει από την κάσα. Ακόμα κι έτσι, ξέροντας που ξέρει πως τον είδα, αδυνατώ να κουνηθώ. Κοιτάω και κοιτάω μέχρι που, καταλαβαίνοντας μάλλον πως δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό πια, ο παρείσακτος φανερώνεται ολόκληρος.
Φορά μάσκα αρχαίου θεάτρου με μια φριχτή έκφραση αποτυπωμένη πάνω της και μαύρα ρούχα που, αν και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί, φαίνονται επίσημα. Στο δεξί του χέρι κρατά ένα μεγάλο μαχαίρι. Κοιταζόμαστε για λίγο. Και μετά μπερδεύομαι τελείως. Με μια πολύ γρήγορη κίνηση γυρνά και ξανακρύβεται πίσω από την κάσα. Κρύβεται και φαίνονται πάλι ίσα ίσα τα πόδια του στην κάτω δεξιά γωνία. Κάνω να σηκωθώ μα πριν προλάβω να κάνω κίνηση φεύγει απ’ την πόρτα ορμά με λύσσα στο κρεβάτι μου. Έξι μαχαιριές προλαβαίνω να μετρήσω και μετά χάνω το λογαριασμό. Το χέρι του ανεβοκατεβαίνει σαν έμβολο κινητήρα. Πρέπει να έχει μαχαιρώσει τα άδεια σκεπάσματα πάνω από 30 φορές. Ξαφνικά, σαν να άκουσε κάτι, κοκαλώνει. Σηκώνεται αργά, σκουπίζει το μαχαίρι 2-3 φορές στο πάπλωμα μου. Τελειώνοντας γυρίζει αργά αργά και με κοιτάζει. Όχι δε με κοιτάζει, με σταμπάρει. Πίσω από τη μάσκα, νιώθω να χαμογελά και αμέσως μετά συνειδητοποιώ ότι όντως γελά, στην αρχή ήσυχα και όσο συνέχιζε, πιο δυνατά. Γελά και γελά και γελά και συνεχίζοντας να γελάει γυρίζει να φύγει. Φεύγοντας, ρίχνει μια τελευταία ματιά πίσω του, σε μένα, κι εξαφανίζεται.
Και ξύπνησε. Το βλέμμα του στράφηκε πρώτα στην πόρτα. Στη γωνία της. Ανακουφισμένος, αποφασίζει να αφήσει τη μουσική να παίζει όσο να κοιμηθεί. Βάζει ένα φάκελο να παίζει και ξαπλώνει. Κλείνει το φώς και σκεπάζεται. Λίγο πριν αποκοιμηθεί ακούει το ρυθμό, σαν σε όνειρο: ταπ-ταπ-ταπ.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Νηστεία

Τη Μεγάλη Εβδομάδα ΔΕΝ τρώμε:

1) Κρέας (άσπρο-κόκκινο)

2) Ψάρι και λοιπά πλάσματα της θάλασσας (μαλάκια κλπ)

3) Γάλα και υποπροϊόντα του

4) Λάδι

5) Ζάχαρη

Η περίοδος της νηστείας εκτείνεται από το ξημέρωμα της μεγάλης Δευτέρας μέχρι  τη δύση του ήλιου το μεγάλο Σάββατο.

Αν παραβιαστεί η νηστεία στις επόμενες 24 ώρες από την ώρα που φάγαμε δεν τρώμε τίποτα απολύτως.

Καλό Πάσχα!

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Τικ(ντουπ) Τοκ(ντουπ-ντουπ) Τικ(ντουπ-ντουπ) Τοκ(ντουπ-ντουπ)



Αιμορραγώ από το κεφάλι μου. Μαζεύεται το αίμα γύρω από τον εγκέφαλο μου. Και πονάει το κεφάλι μου. Και όταν μαζευτεί πολύ και έχω πολύ πονοκέφαλο θα νιώσω μια άηχη έκρηξη και θα πεθάνω.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανθρώπινης μοναξιάς είναι ότι όταν γίνεται κάτι άσχημο πάντα θέλω να αγκαλιάσω τον εαυτό μου. Δε θέλω να με ακουμπάνε. Με ενοχλούν. Επεμβαίνουν. Θέλω χέρια γύρω μου, θέλω παρηγοριά αλλά με κανέναν άλλον δεν μπορείς να συγχρονιστείς, μόνο με σένα.

Και αγκαλιάζεσαι και πονά το κεφάλι σου. Μεγαλώνει ο πονοκέφαλος και σφίγγεις πιο πολύ. Προσπαθείς να δώσεις σε ένα φαύλο κύκλο μια διέξοδο.

Και πονά το κεφάλι μου και μαζεύεται το αίμα μου και από κάπου πρέπει να διαφύγει η πίεση. Από κάπου να φύγει το αίμα. Και μόλις φεύγει στεναχωριέμαι που έφυγε. Το αγάπησα και μ’ αγαπά κι αυτό. Είμαι συνδεδεμένος με το σώμα μου και τα υγρά του πιο πολύ απ’ όσο νομίζω και σίγουρα πιο πολύ απ’ ότι θα ‘πρεπε.

Διώχνω σάλιο και αίμα και νερό και τρώω για να φτιάξω καινούργια πράγματα, καινούργια κύτταρα, νέα πρόβατα για σφαγή. Είναι χαρούμενα που με υπηρετούν και έχω αρχίσει να νομίζω πως δεν είμαστε κάτι διαφορετικό αυτά κι εγώ. Αν έφευγε το σώμα μου δεν θα ήμουνα τίποτα. Είμαι το σώμα μου και το αγαπώ από πολύ έως άπειρα.

Είμαι το σώμα μου και το αγαπώ. Και όταν πεθαίνει κάποιος που αγαπάς στεναχωριέσαι. Είμαι το σώμα μου και στεναχωριέμαι.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

https://www.youtube.com/watch?v=s0tCYctnOpk



Θα έπρεπε να σταματήσουμε να ζούμε στο παρελθόν όσο θελκτικό κι αν ήταν. Είναι αναγκαίο να το συνειδητοποιήσουμε αυτό αν είναι να επιζήσουμε. Αν είναι να ζήσουμε. Θα πρέπει να σταματήσουμε να ελπίζουμε να ξαναζήσουμε τις όμορφες στιγμές που περάσαμε, κάτι τέτοιο είναι αδύνατον και πρέπει να το δεχτούμε. Όσο πιο άμεσα το αποδεχτούμε, τόσο καλύτερα θα είναι για τις επόμενες στιγμές μας, τόσο καλύτερα θα είναι για τους επόμενους ανθρώπους που θα συναναστραφούμε.

Παίρνεις τις αναμνήσεις σου και τις κλείνεις σε ένα κουτί. Μπορείς να το ανοίγεις και να τις βλέπεις όποτε θες. Αυτή η γνώση πρέπει να σε κρατήσει από μόνη της. Δεν μπορείς να ζήσεις σ’ αυτό το κουτί. Μπορείς μόνο να το επισκέπτεσαι. Δεν μπορείς να ζήσεις σε άλλους κόσμους γιατί το δαιμόνιο σου θα πεθάνει. Και θα είσαι μόνος σου.

Έχε το κουτί σου, φύλα το κουτί σου, αλλά ξεπέρνα το και ξεδιπλώσου προς τα μπροστά. Από πίσω σου βρίσκεται ένας οδοστρωτήρας, αν περιμένεις στο παρελθόν θα σε ισοπεδώσει και δεν θα μπορείς να ξανασηκωθείς εύκολα.

Τι υπάρχει μπροστά μας όμως είναι ένα θέμα. Υπάρχει ο σοσιαλισμός φυσικά αλλά εκτός απ’ αυτόν. Υπάρχει φτώχεια, ελλείψεις, προδοσίες, κατάντια, φόβος, άγχος, ανασφάλεια, αχρηστία, αδιαφορία, θλίψη, τεμπελιά, ανικανότητα, ξεκατίνιασμα, κουτσομπολιό, μίσος (ταξικό και μη), τσακωμοί, σκοτωμοί, χωρισμοί, εγκατάλειψη, μοναξιές, πληγές, μια λίστα ατελείωτη με λέξεις που σε αποθαρρύνουν.

Μέσα σε αυτό το λεξιλόγιο είναι πολύ σημαντικό να προσπαθήσεις να μην δεις το κενό, την τρύπα. Σε όλα αυτά υπάρχει το «γιατί να μ’ ενδιαφέρει». Και νομίζω το πιο δύσκολο είναι να βρεις κάποιο λόγο. Δεν μπορώ να βρω το λόγο. Κι έτσι έχω πει ότι θα μ’ ενδιαφέρει επειδή μ’ αρέσει να φτιάχνω όμορφα πράγματα.

Και μετά κάνω εμετό.

Κάνε εμετό. Κάνε εμετό. Κάνε εμετό. Κάνε εμετό. Κάνε εμετό. Κάνε εμετό. Και μη με ξαναρωτήσεις τίποτα.

Τ' ορκίζομαι οτι ξεκίνησα με πολύ καλή διάθεση

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Μελλλλλλόδραμα



Λεβεντιά, γρήγορος να ‘σαι σαν το ποτάμι.
Ρε παιδιά, τυφώνες να ‘μαστε τρομεροί.

Είναι, σίγουρο, πως, χάνω, φάσεις.

Ακούω Συνθετικούς και λέω μπράβο στο φίλο μου το Ρωμανό που τους βρήκε. Συγχαρητήρια από δω, ευχαριστώ από κει, φιλάκια σε σένα, αγκαλιά στον άλλον, καλές συμπεριφορές και πράξεις, ανεκτίμητες στιγμές σ’ αυτό τον κόσμο. Ριντίκουλους.

Η αγαπημένη μου λέξη αυτό τον καιρό είναι η λέξη Ντετερμινισμός.

Επειδή δεν βρίσκω ένα καλό λόγο να κάνω μια καλή πράξη αποφασίζω να λέω την κάθε καλή μου πράξη γούστο μου καπέλο μου και να την κάνω με το έτσι θέλω. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να λυπάμαι που πεθαίνουν άνθρωποι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να στεναχωριέμαι για τα ζωάκια που πεθαίνουν και εξαφανίζονται και βασανίζονται. Δεν υπάρχει κανένας λόγος. Δεν είναι θέμα επιβίωσης, δεν με απασχολεί αν εκλείψει η καρέτα καρέτα, δεν θα πεινάσω ούτε θα χάσω το νερό μου από αυτές τις ανόητες χελώνες. Και ακόμα πιο πολύ. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να νιώθω άσχημα για τις επόμενες γενιές και τον κόσμο που θα τους αφήσω. Δεν με νοιάζει τι θα κάνει το παιδί μου, πρώτα και κύρια γιατί μπορεί και να μην κάνω παιδί αν δε θέλω. Αλλά και να έχω παιδί μπορώ να του πω ότι όπως τα βρήκε, έτσι είναι, ας κάνει ο,τι καταλαβαίνει. Δεν είμαι υποχρεωμένος να κάνω κάτι για αυτό το παιδί και για οποιονδήποτε γενικώς.

Θα μπορούσα να αφήσω τον κόσμο να πεθάνει όσο τρώω παγωτά, κλεμμένα από ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της ΕΒΓΑ, δίπλα σε ένα άδειο και μισογκρεμισμένο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο που τα κεφαλαία του έχουν από καιρό βγει από μπροστά. Θα μπορούσαν να αράξω στη μέση της ιεράς οδού που κανείς δεν περνά πια και σίγουρα κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει πως τη λένε, να αράξω τρώγοντας ξυλάκι παγωτό και ακούγοντας την ησυχία, το κενό, τον άνεμο στα φύλλα των δέντρων του γεωπονικού, να βλέπω μακριά το δρόμο και τις γραμμές του τρένου, που κανένα τρένο δεν ταξιδεύει σε όλα τα χιλιόμετρα της γραμμής, πίσω μου θα έχω ατελείωτα χιλιόμετρα προηγούμενων τόπων εγκατάστασης ζώων και φυτών, μπροστά μου, σε λιγότερο από μιας μέρας περπάτημα τη θάλασσα που θα είναι ακόμα ωραία γιατί ακόμα θα κινείται και θα τρώω το ξυλάκι, θα τελειώσει, θα σηκωθώ, θα διαλέξω μια περιοχή που δεν την είχα επισκεφθεί ακόμα και θα πάω.

Περπατώντας, θα χαθούν τα δέντρα, τα φυτά, τα μανιτάρια από τις άκρες του δρόμου όπου πέθαναν όλοι αυτοί που ζούσαν κάποτε εδώ. Θα χαθούν γιατί, αν δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει ζωή. Τίποτα. Είμαι εγώ και έχω περιθώριο 2-3 μέρες να περπατήσω στα αγαπημένα μου μέρη, να τα γεμίσω από τις αναμνήσεις μου, να θυμηθώ καλά πράγματα, κακά πράγματα, να εξερευνήσω τα μέρη που πάντα ήθελα να πάω αλλά δεν έκατσε να πάω ποτέ. Θα αρχίσουν τα φαντάσματα των ανθρώπων που ήθελα να είναι μαζί μου να γεμίζουν την πόλη μου, αυτή την πόλη των φαντασμάτων, θα χαιρετώ ανθρώπους που δεν θα ‘ναι ποτέ ξανά εκεί, θα θυμάμαι όμορφα πράγματα και μόνο αυτά γιατί αυτά αρκούν για να πονέσω, δεν υπάρχει καν ανάγκη να θυμηθώ τα άσχημα αφού αυτά τα έχασα και είναι καλό, θα θυμηθώ την ευτυχία, θα θυμηθώ τη φιλία και τη διασκέδαση, τις βόλτες, το κέντρο, την πλάκα, τις μπύρες, το καλοκαίρι, το ινδικό, την Ερμού, την Καρύτση, τα πάρτι, το 790, το λόφο, τις ανηφόρες, τις κατηφόρες, το τρέξιμο πίσω από το τρόλευ, τη σχολή μου, τις άλλες σχολές που πήγα και παρακολούθησα μαθήματα για τη φάση, και πάντα και στο τέλος και στην αρχή θα θυμάμαι άτομα, ονόματα, αμέτρητα ονόματα, αμέτρητα πρόσωπα, θα έχω ξεχάσει χαρακτηριστικά αλλά θα θυμάμαι τα μέρη που τους βρήκα, που τους είδα, που τους περίμενα, που με περίμεναν, που τους πήρα να τους ρωτήσω που είναι να πάω να τους βρω.

Ονόματα, αμέτρητα ονόματα.

Θα φωνάζω αμέτρητα ονόματα.

Κώστας, Μαρία, Θανάσης, Ειρήνη, Ματίνα, Ρωμανός, Διονύσης, Κώστας, Κατερίνα, Δήμητρα, Γιώργος, Γιάννης, Γιάννης, Αργύρης, Αλέξανδρος, Παναγιώτης, Ιωάννα, Ιωάννα, Ελένη, Ελένη, Κωνσταντίνα, Γιάννης, Παναγιώτης, Θανάσης, Πέτρος, Ανδρομάχη, Μαρίτα, Αλίκη, Θάνος, Κώστας, Μαρία, Ίριδα, Θοδωρής, Θοδωρής, Αρά, Αρμέν, Ελένη, Ειρήνη, Βάσω, Θάνος, Ειρήνη, Αλεξάνδρα, Βασούλα, Νατάσα, Κατερίνα, Άννα, Ελένη, Έφη, Βασίλης, Χριστίνα, Μαρία, Γιάννης, Αναστασία, Εύα, Σάμυ, Νανά, Γεύη, Γιάννης, Δημήτρης, Ιωάννα, Χριστίνα, Αλεξάνδρα, Νατάσα, Άννυ, Τάσος, Δημήτρης, Αφροδίτη, Αφροδίτη, Τζένη, Παναγιώτης, Ελισάβετ, Σταυρούλα, Νότης, Μάκης, Βάσω, Μάριαμ, Μάριος, Δανάη, Άντα, Μενέλαος, Άρης, Λουκάς, Κωνσταντίνα, Έλενα, Πελαγία και τα ονόματα δεν θα τελειώνουν, δεν θα τελειώνουν και δεν θα τελειώνουν.

Θα ‘ ναι όλοι τους νεκροί κι εγώ έμεινα εδώ από τύχη, όχι από κακία αλλά από απλή αγορίστικη απροσεξία.

Θα ‘ναι όλοι τους νεκροί κι εγώ θα τους φωνάζω να γυρίσουν να παίξουμε πάλι, να τρέξουμε πάλι.

Θα ‘ναι όλοι τους νεκροί και με κάθε μου φωνή, με κάθε μου όνομα θα πεθαίνω κι εγώ σιγά σιγά. Με κάθε όνομα θα φεύγει και ένα κομμάτι. Και όταν τα τελειώσω όλα, θα έχουν φύγει τα καλύτερα μου κομμάτια, άλλα πιο μεγάλα, άλλα πιο μικρά και αυτό που θα μείνει θα ‘ναι μισό, θα ‘ναι το τίποτα κι έτσι θα εξαφανιστεί κι αυτο και στη γη θα μείνει το τίποτα, κανένας οργανισμός, μόνο πέτρες και αφιονισμένο νερό. Και ποιος θα νοιαστεί;

Κανείς δεν θα νοιαστεί.