Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

4ο μέρος - Όταν μυρίζει γιασεμιά, βρίσκω και χάνω εμένα



Η πρώτη μου σκέψη όταν το είδα να σηκώνεται από το βρώμικο πάτωμα ήταν: «Χριστέ μου, έτσι φαίνομαι στα μάτια των άλλων;». Ο άνθρωπος απέναντι μου είναι παράξενος. Δεν έχει ανοίξει τα μάτια του ακόμα. Ευτυχώς. Για κάποιο λόγο δεν θέλω να τον δω να με κοιτάει. Κάθεται κουλουριασμένος στο πάτωμα σα να κρυώνει και τρέμει. Δεν τον λυπάμαι. Περιμένω. Έχω ξεχάσει εντελώς τον Καθηγητή ο οποίος, πολύ αργότερα συνειδητοποίησα, ότι έχει ήδη φύγει από το σπίτι αυτό. Δεν τον ξαναείδα φυσικά. Ούτε τον τεράστιο καθρέφτη του. Κοιτάω το κουλουριασμένο σώμα για ώρες όπως μου φάνηκε. Ξυπνάει. Σα σφαίρα περνάει η σκέψη από το μυαλό μου να φύγω και να τον παρατήσω εδώ. Τι κι αν μου μοιάζει; Είναι άλλος. Είναι ξένος. Δεν έχω καμία υποχρέωση να τον βοηθήσω, να τον γνωρίσω. Αυτές οι σκέψεις μου τριβελίζουν το μυαλό μέχρι που ανασηκώνεται και ανοίγει τα μάτια του. Στο βλέμμα του, κάθε σκέψη σταματάει. Πώς είναι όταν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και βλέπεις εσένα να κάνεις ότι κάνεις; Ε εδώ είναι το ίδιο μόνο που ο καθρέφτης κάνει τα δικά του. Τον κοιτάω στα μάτια, μόνο στα μάτια, και δεν μπορώ ούτε να κουνηθώ. Το ίδιο και αυτός. Τι παράξενο. Στο λίγο φως που υπάρχει, βλέπω την ίδια πράσινη απόχρωση που καμαρώνω τόσα χρόνια στα μάτια μου. Η πρώτη του κουβέντα: «κρυώνω». Δεν απαντάω. Έχω παραλύσει σχεδόν. Ακόμα κολλημένος στα μάτια μου, σκέφτομαι εντελώς άκυρα ότι η φωνή μου είναι για τον πούτσο. Με αυτή τη σκέψη χαμογελάω. Χαμογελάει και αυτός. Σηκώνομαι, του απλώνω το χέρι, το παίρνει με απρόσμενη δύναμη και χαμογελάει πιο πλατιά.
-Πώς σε λένε;(ρωτάει)
-Γιώργο.
-Α κι εμένα!
-Έλα σήκω να βρούμε κάτι να βάλεις.
-Εντάξει. Να σε ρωτήσω;
-Ρώτα.
-Είσαι εγώ;
-Ναι.
-Κι εγώ, εσύ;
-Ναι.
-Εντάξει. Όμορφος είμαι.
-Σκάσε.
-Εντάξει.
                Φεύγουμε από το σπίτι. Τον πάω σπίτι μου. Τον βάζω για ύπνο και ανοίγω το σημείωμα που μου άφησε ο καθηγητής πριν φύγει. «Αυτός είσαι, ελπίζω να σου αρέσεις. Μόνο ένας είναι ο περιορισμός μου. Δεν μπορείς να πειράξεις τον φιλαράκο σου για εφτά μέρες. Εφτά μέρες και μετά κάνε ότι νομίζεις. Καλή διασκέδαση!». Πάλι δεν καταλάβαινα τίποτα. Γιατί εφτά μέρες δηλαδή; Και μετά εγώ τι έπρεπε να κάνω; Θα τον άφηνα στη θέση μου; Θα τον έπαιρνα μαζί μου; Φφφφφ πολύ μπερδευτικά όλα αυτά. Και σκεπτόμενος αυτά, ξάπλωσα δίπλα μου, βολεύτηκα στη στιγμή και κοιμήθηκα. Δεν έχω ξανακάνει καλύτερο ύπνο στη ζωή μου. 

                                                                                       (τελειώνει σκάστε)

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

3ο μέρος - Κάτι δανεισμένο, κάτι καινούργιο



                «Σταμάτα να προσπαθείς συνέχεια να μαντέψεις. Θα μάθεις πολύ σύντομα, σταμάτα να είσαι ανυπόμονος». Κάθε φορά που με έβλεπε αυτό μου έλεγε. Τον συναντούσα κάθε μέρα μετά την πρώτη μας συνάντηση και έκανα ότι μου ζητούσε, όσο περίεργο κι αν μου φαινότανε, με την περιέργεια να με τρελαίνει! Τι ήθελε να κάνει; Τι λύση είχε να μου δώσει όπως υποσχέθηκε; Οι «δουλειές» που με έβαζε να κάνω ήταν από απλά παράξενες μέχρι τρελές και επικίνδυνες. Μια φορά με έβαλε να κάνω εμετό σε μια λεκάνη και την πήρε και την έβαλε στο ψυγείο. Μια άλλη φορά μου πήρε μισό λίτρο αίμα. Αλήθεια! Το είδα γιατί το έβαλε σε ένα μπουκαλάκι κοκακόλας. Όλα αυτά θα έπρεπε να με τρομάζουν αλλά για κάποιο λόγο τα έκανα και κάποιες φορές ήταν διασκεδαστικά. Κάποιες φορές όχι. Ένα μεσημέρι μου στέλνει μέιλ και μου λέει. Έλα από δω, χρειάζομαι κάτι. Έτσι μίλαγε. Δεν ζήταγε. Ήταν έμμεση ή άμεση διαταγή. Πήγα φυσικά. Με έβαλε να ξαπλώσω σε ένα κρεβάτι. Έφυγε.

Μπαίνει μέσα μια γυναίκα. Αδιάφορη εντελώς. Δεν είναι ούτε όμορφη, ούτε άσχημη, ούτε ψηλή, ούτε κοντή, ούτε χοντρή, ούτε λεπτή, ούτε τίποτα. Είναι απλά μια γυναίκα. Μπαίνει και στέκεται. Δεν με κοιτάει ούτε στιγμή. Έρχεται από πάνω μου. Ούτε εγώ την κοιτάω όμως. Μου προκαλεί λίγο τρακ αν και δεν καταλαβαίνω γιατί. Κρατάει μόνο ένα βαζάκι. Ξαφνικά μου αρπάζει το παντελόνι και το ανοίγει με μια ευκολία που σε ξαφνιάζει. Προσπαθώ να ξεφύγω και: «μείνε ακίνητος!» μου φωνάζει ο καθηγητής. Μένω. Σε 2 λεπτά είχαμε τελειώσει.

Όχι, κάποιες φορές δεν ήταν καθόλου διασκεδαστικά.
                Ένιωθα ότι τελειώναμε τις ετοιμασίες γιατί τον έβλεπα όλο και λιγότερο και όλο και πιο ανυπόμονο. Την πέμπτη μέρα της γνωριμίας μας με φώναξε πάλι σπίτι του.
-Όπως ίσως αντιλήφθηκες οι ετοιμασίες μας τελείωσαν. (Δεν ρωτάω ακόμα. Περιμένω). Αύριο απόγευμα έλα από δω να τελειώσουμε.
(Δεν μπόρεσα να περιμένω και πολύ όμως)
-Να τελειώσει τι; Και θα κάνουμε τι; Τι μάζευες τόσες μέρες; Τι θα συμβεί;
-Μου είπες πως θες να πεθάνεις. Και πως δεν τολμάς(εγώ δεν είχα πει τίποτα αλλά δε φαινόταν να τον ενδιαφέρει). Αύριο θα καλέσουμε μαζί κάποιον να σε βοηθήσει με αυτό το θέμα. (σηκώθηκα πάνω αρκετά θυμωμένος αλλά κατά βάθος μάλλον φοβισμένος)
-Θα καλέσεις κάποιον να με σκοτώσει δηλαδή; Δεν ζήτησα αυτό, ούτε ήθελα αυτό! Και ποιος θα είναι αυτός; Όποιος να ‘ναι; Δεν συμφωνώ! Δεν ζήτησα τίποτα τέτοιο! Δεν είναι αυτό που θέλω, που για αυτό κάθομαι και σ’ υπακούω τόσες μέρες!
-Ηρέμησε. Κανείς δεν θα σε σκοτώσει δειλέ. Το σχέδιο μου είναι υπερβολικά απλό. Εγώ θα σου καλέσω τον εαυτό σου κι εσύ μπορείς να τον κάνεις ότι νομίζεις. Σκότωσε τον αν θες να πάρεις θάρρος και να δεις πως είναι να πεθαίνεις. Βάλε τον να σε σκοτώσει αν δεν τολμάς να σε σκοτώσεις εσύ ο ίδιος. Αυτοκτονήστε μαζί αν φοβάσαι να πεθάνεις μόνος σου.
-Δηλαδή εσύ θα φέρεις κάποιον που να μου μοιάζει για να δω πως είναι; Τι νόημα έχει αυτό; Και γιατί να κάνει αυτός ότι του πω;
- Όπως προείπα: Εγώ θα σου φέρω τον εαυτό σου κι εσύ μπορείς να τον κάνεις ότι νομίζεις. Τα υπόλοιπα αύριο.

                                                         (στο επόμενο επεισόδιο: Me myself and i ή αλλιώς πως
                                                          ανακάλυψα την αληθεια για το πόσο κούκλος είμαι!)

                                                                                                       (μην το χάσετε...)

                                                                                             (σας τρέλανα πάλι ρε πούστη...)

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

2ο μέρος - Που να είναι εκέινος ο "φίλος", είναι άραγε για πάντα χαμένος;



Ήταν νομίζω 5-6 μέρες πιο πριν που στεκόμουν στο δωμάτιο μου κοιτώντας το κενό, όπως έκανα όλο και πιο συχνά εκείνη την περίοδο, σκεπτόμενος ότι δεν μπορώ να νιώθω άλλο έτσι. Δεν θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ η αλήθεια είναι να βρίσκομαι σ’ αυτή την κατάσταση. Είχα ξαναρχίσει να κάνω βόλτες μόνος μου, να πηγαίνω στα μέρη που μου θύμιζαν διάφορα πράγματα που είχα φτύσει αίμα να ξεχάσω, να κοιμάμαι ώρες και ώρες, να τραβάω μαλακίες μπας και ηρεμήσω λίγο, να σκέφτομαι ξανά αυτή που μου λείπει όσο τίποτα. Είχα αποφασίσει ότι δεν έχει και πολύ νόημα να παρασιτώ στους φίλους μου, την οικογένεια μου, κανέναν. Και είχα βάλει τις βάσεις για μια βιώσιμη λύση. Περνούσα τις ατελείωτες κενές μου ώρες μπροστά στο πισι προσπαθώντας να κάνω την ώρα να περάσει για να νυστάξω μέχρι που έπεσα πάνω σε μια τόσο ανόητη σελίδα που δεν μπορούσα καν να την αγνοήσω: ΜΕΝΤΙΟΥΜ ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΤΗΣ ΜΕ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΛΕΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΛΥΣΟΥΝ ΟΛΑ ΣΑΣ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ! Θεέ μου τι φέιλ. Επειδή όμως δεν είχαν τηλέφωνο(γιατί, σιγά μην έπαιρνα), έστειλα μέιλ. Γέλαγα τόσο πολύ με το κάψιμο μου! Η απάντηση ήταν άμεση κι ας έστειλα στις 4 το βράδυ εγώ. Ναι, θα χαιρόταν πολύ να με δεχτεί ο μέγας πνευματιστής, μπορούσα να περάσω από το σπίτι του αύριο, αν είχα χρόνο. Είχα; Ναι, είχα προφανώς χρόνο να δώσω σε όλο τον κόσμο οπότε αποφάσισα να πάω. Τι είχα να χάσω; Το πολύ πολύ να με σκότωναν! Αυτό δεν ήθελα;
Το πρωί που ξύπνησα δεν θυμόμουνα καν το συμβάν. Κάποια στιγμή που κοίταξα τα μέιλ μου το θυμήθηκα και είπα να πάω. Η εναλλακτική ήταν να κάτσω στο φβ για 5 ώρες ακόμα. Πήγα λοιπόν. Το «σπίτι» ήταν στο μεταξουργείο σε ένα διαμέρισμα που ήταν όσο εγκαταλελειμμένο έπρεπε για να σιγουρευτώ ότι ναι, τελικά δεν θα γύρναγα σπίτι ζωντανός. Ο άνθρωπος που μου άνοιξε ήταν, πώς να το θέσω; Καινός. Είχε πάνω του πράγματα που δεν είχα ξαναδεί σε κανέναν είτε ζωντανά είτε σε τηλεοράσεις, ταινίες κλπ. Δεν εννοώ κοσμήματα και τέτοια. Τα ρούχα του ήταν φυσιολογικά, πράγμα που έκανε τον ίδιο ακόμα πιο παράξενο. Δεν θα μπω στον κόπο να τον περιγράψω γιατί δεν μπορώ κιόλας. Μόνο το ύφος του θυμάμαι ξεκάθαρα. Ήταν το ύφος ανθρώπου που έχει ξαναζήσει το ίδιο πράγμα χίλιες φορές.
(Ανοίγει η πόρτα. Αμηχανία)
-Γειά σας.
(Σιωπή. Περισσότερη αμηχανία)
-Είστε ο(Προσπάθησα μάταια για κάποια δευτερόλεπτα να θυμηθώ το όνομα του από τα μέιλ όταν συνειδητοποίησα ότι δεν είχε αναφερθεί κάποιο όνομα. Αρκετά παραξενεμένος συνέχισα…) κύριος που μίλησα μέσω ιμέιλ;
-Ναι. Κι εσύ είσαι ο Γιώργος σωστά;(ιδέα μου ή χαμογελάει;)
-Ναι εγώ είμαι.
-Πολύ καλά; Θες να μπεις να αρχίσουμε; Δεν θα μας πάρει πολύ ώρα μην ανησυχείς.
(Τι εννοεί; Ξέρει γιατί είμαι εδώ; Τι θα κάνουμε και θα το κάνουμε και γρήγορα;)
Προχωράμε και μου δείχνει μια καρέκλα σε μια τραπεζαρία που μυρίζει έντονα μούχλα. Κάθομαι προσπαθώντας να δείξω ότι όλα μου φαίνονται φυσιολογικά. Δεν είναι πάντως. Το σπίτι πέρα από πενταβρώμικο και αηδιαστικό είναι λες και όποιος το διακόσμησε το έκανε με μόνο γνώμονα να δείχνει τρομαχτικό. Τέσσερις τοίχοι, όλα τα παράθυρα κλειστά από τα πατζούρια, καμία εικόνα, μόνο κάτι τεράστια κόκκινα υφαντά στους τρεις τοίχους και στον τέταρτο ένας καθρέφτης στο ύψος ενός ανθρώπου εντελώς απέριττος, χωρίς ούτε ένα στολίδι, με ξύλινο πλαίσιο και μια επιγραφή στο κορυφή που δεν έβλεπα καν τι έγραφε από την αρχαιότητα του όλου πράγματος. Κάθομαι και περιμένω. Αυτός κάθεται απέναντι μου και με κοιτάει με την υποψία χαμόγελου ακόμα στη φάτσα του. Μ’ εκνευρίζει λίγο. Χωρίς να το συνειδητοποιήσω στο κεφάλι μου έχει κολλήσει ένα τραγούδι που άκουγα παλιά: «Πώς να τελειώωωωωσει… αυτήηηηη η κραυγήηηηηηηη…».
-Είσαι λυπημένος.
Δεν απαντάω. Περιμένω να δω αν θα μου το παίξει μέντιουμ ώστε να γελάσω επιτέλους με τη χαζομάρα της όλης κατάστασης(και της δικιάς μου τρομάρας).
-Είσαι λυπημένος(επαναλαμβάνεσαι φίλε…). Και είπες να αυτοκτονήσεις.(χαμογελάει ακόμα. Εγώ όχι.). Αλλά είσαι δειλός και δεν τολμάς οπότε περιμένεις κάτι να συμβεί για να το ξεχάσεις ή να πειστείς και να το κάνεις(τώρα το χαμόγελο του είναι τεράστιο και μοιάζει τόσο ευχαριστημένος που αρχίζω να τρομάζω λίγο. Γιατί τα λέει αυτά; Εγώ δεν παραδέχτηκα τίποτα. Και γιατί στο διάολο χαίρεται τόσο;). Είσαι τυχερός. Εγώ θα σου δώσω μια λύση κι ας μην ξέρεις ούτε εσύ αν θα σε βοηθήσει.
Προσπαθώ να μιλήσω γιατί από το ύφος του και τα λόγια του φαίνεται να έχει αποφασίσει κάτι χωρίς να ξέρω τι και χωρίς να έχω συμφωνήσει σε τίποτα. Μου κάνει νόημα να μη μιλήσω. Και για κάποιο λόγο σωπαίνω. Μέσα μου μια σκέψη κυριαρχεί. Αν μη τι άλλο, ζω κάτι καινούργιο. Η επόμενη του φράση για κάποιο λόγο όμως, με ανατριχιάζει.
-Από τώρα και μέχρι να τελειώσουμε, θα με φωνάζεις Καθηγητή.

                                                                                                                               (συνεχίζεται...)

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

1ο μέρος - Πες μου αν θέλεις τι φοβάσαι στις γιορτές, μόνο για κείνον μη μου λες



Θυμάμαι έτρεμε το χέρι μου όταν κρατούσα το μπουκαλάκι. Έτρεμε πολύ. Δεν ήταν ακριβώς από φόβο. Ούτε από άγχος. Πιο πολύ από ανυπομονησία. Το μπουκαλάκι είχε αίμα μου μέσα. Και κάτι άλλα άσχετα, δεν μας ενδιαφέρουν όμως τα υπόλοιπα τώρα τώρα. Δίπλα μου ήταν ο Καθηγητής. Έτσι με έβαζε να τον φωνάζω εκείνες τις μέρες, δεν ξέρω γιατί. Γυρίζω το κεφάλι μου και τον κοιτάω. Ακόμα δεν πιστεύω ότι όλα αυτά έγιναν. Τον ρωτάω: ‘Τώρα;’. Η απάντηση του δεν μου αφήνει περιθώρια: ‘Ή τώρα ή ποτέ ξανά φοβητσιάρη!’. Ακόμα δεν έχω καταλάβει πως γίνεται να τα βλέπει όλα τόσο αστεία. Αλλά περιμένει οπότε ρίχνω το περιεχόμενο του μπουκαλιού σε μια μεγάλη λεκάνη στο πάτωμα. Δίπλα στη λεκάνη 23 κεριά. Πιο δίπλα το όνομα μου χαραγμένο σε ένα κομμάτι ξύλο. Παραδίπλα 3-4 σχέδια που ούτε ξέρω πως τα έφτιαξα και φυσικά ιδέα δεν έχω τι σημαίνουν. Ακόμα και τη στιγμή που έπεφτε το μαυροκόκκινο υγρό στη λεκάνη, ακόμα και με τα κεριά δίπλα μου και τον απόκοσμο φωτισμό τους να πέφτει πάνω στο περίεργο πλάσμα που με κοιτούσε σχεδόν με ειρωνεία, ακόμα και τότε, δεν πίστευα τίποτα. Πίστευα ότι θα γέλαγε και θα μου έλεγε ότι μαγεία δεν υπάρχει, ότι ήμουν χαζός. Τίποτα δεν είπε. Και μετά από 2 λεπτά δεν μπορούσα να πω κι εγώ τίποτα.


                                                                                                                (συνεχίζεται...)

                                                                                                            (σας τρέλανα τώρα ε;)

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Καριόλα

Πως σου φαίνεται; Δεν μου είπες. Σκέφτηκα για άλλη μια φορά ένα τέλειο παιχνίδι που δεν θα θέλει να παίξει κανείς. Ίσως το παίξω μόνος μου, ίσως και όχι. Ξερνάω πάνω σου ρε, ακούς; Στ' αρχίδια μου. Θα σε κάνω έκτρωση αν συνεχίσεις για πολύ να με ρουφάς από τον ομφάλιο λώρο που μας ενώνει. Δε γουστάρω να παρασιτείς σε βάρος μου, ακούς; ΜΟΥ ΤΗ ΣΠΑΣ! Ναι ρε, έχω. Έχω πολλά να δώσω και σε πολλούς. ΕΣΕΝΑ δε γουστάρω και τη φάτσα σου και τα σκατόδοντα σου. Κατεβάζω το Μάτριξ. ΚΑΙ το Μπλέιντ. Καταλαβαίνεις ρε;;; Θα τα δω και μετά θα πέσω για ύπνο. ΝΑΙ αυτό θα κάνω. Και στ' αρχίδια μου που δε θυμάμαι το πρόσωπο σου.

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

http://www.youtube.com/watch?v=EsSOv7Skl-0&feature=watch-vrec

Κοιτάζεις πίσω και πονάς μα όλα θα ήτανε εντάξει αν είχες κάποιον να μιλάς. Μεγάλο ψέμα. Εγώ έχω κάποιον να μιλήσω αλλά τίποτα δεν είναι εντάξει. Χαίρομαι που δεν αλλάζω ακόμα κι αν, όταν πηγαίνω εκεί, δεν πρέπει να δείξω τίποτα από αυτά που σκέφτομαι. Δεν μπορείς να με κατηγορήσεις εντάξει; Δεν έχεις δικαίωμα. Ούτε εσύ, ούτε εσύ. Θα μπορούσες να μου την πεις αν το άντεχες αυτό που σου έδειχνα(δείχνω). Αλλά δεν το άντεχες(αντέχεις). Οπότε βούλωνε. Και εννοείς πως όλα όσα πέρασα γίνανε για το καλό μου;  Σωπαίνεις και ομολογώ πως αυτό μου προκαλεί μια ανησυχία, αναρωτιέμαι μήπως όλα αυτά είναι ακόμα μια δοκιμασία. Μα είσαι ακόμα εδώ. Τραγουδάκι για να μην χαλάμε τις πολιτιστικές μας παρεμβάσεις. Κάνε αριστερά στη χειμερινή λωρίδα, πρόσεξε όμως να είναι η καινούργια, η ιαπωνική. Εκεί, προχωράς όσο να ξεχαστείς, και μετά αρχίζεις να ακούς τα μπιτς μου εν μέσω πυροτεχνημάτων, βγαίνεις από το αμάξι σου και περπατάς μέχρι που βρίσκεις ένα ποτάμι. Είναι χειμώνας(λωρίδα νταααααα;) αλλά, τι παράξενο, δεν έχει πολύ νερό. Είναι ποτάμι τυχοδιώκτης και γεμίζει μόνο όταν το βολέυει. Αφού λοιπόν δεν έχει νερό αποφασίζεις να κατέβεις στην κοίτη του και να ακολουθήσεις τη μυστική του γραμμή. Κουράζεσαι σύντομα όμως οπότε κάθεσαι και μετράς αστέρια(α ναι είναι βράδυ, το ξέχασα αυτό) για να περάσει η ώρα σου(και η κούραση σου φυσικά). Συνειδητοποιείς οτι είναι ωραία εδώ. Είναι βράδυ, που σημαίνει οτι βλέπεις μόνο ότι λάμπει(και δεν βλέπεις και πολλά). Κάνει κρύο που σημαίνει οτι κανείς δεν είναι τόσο χαζός ωστέ να είναι έξω και να κάθεται μόνος του στο κρύο(οπότε είσαι μόνος σου). Είσαι μόνος σου που σημαίνει οτι δεν χρειάζεται να προσποιείσαι τη διάθεση σου(οπότε χαλαρώνεις και απολαμβάνεις τη μιζέρια σου). Ξέρεις απο εμπειρία οτι έχεις γύρω στα 20-30 λεπτά να κάτσεις μέχρι το κρύο να φτάσει βαθιά μέσα σου και να μην είναι ωραίο πια, μέχρι να σε πειράξει οτι είσαι μόνος σου και οτι χρειάζεσαι παρέα, μέχρι να συνειδητοποιήσεις την δυσάρεστη αλήθεια, οτι δηλαδή είσαι ένας τύπος που είναι μόνος του σε μια τσιμεντοποιημένη κοίτη ενός παραπόταμου του κηφισού, μόνος σου στις 3 το βράδυ, ακούγοντας μουσική και κοιτώντας τον ουρανό ξέροντας οτι, όποιος περάσει και σε δει θα σε πάρει για, στην καλύτερη, πρεζάκι. Αλλά έχεις ακόμα 20-30 λεπτά οπότε διώχνεις τις σκέψεις αυτές και αφήνεσαι στην ήρεμη απόλαυση του να νιώθεις μόνος σου.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Μια μικρή υπενθύμιση για να μην ξεχνιόμαστε

Στ' αρχίδια σου ε; Τι; Τι; Ααααααα. Εσύ θα το δεις. Εσύ θα το δεις; Εσύ; 3 άτομα ψάχνω το ένα πιο μαλάκας από το άλλο. Μπουξ ντελούξ αυτή τη βδομάδα, λάιβ την επόμενη, Καλλιθέα ανάμεσα, νέοι δρόμοι, νέα σπίτια, νέοι άνθρωποι, νέα νέα, νέες εξελίξεις, νέα χαρά, νέα όλα. Και τι χαρά, επιτέλους ρε Γιωργάκη χαίρεσαι, τι καλά, μπράβο, όλοι χαιρόμαστε για σένα και τέτοιες μαλακίες. Χαίρομαι ναι. Αλλά δεν χαίρομαι που χαίρομαι, μου τη σπάει. Ξέρω πως διαβάζεις. Το κατάλαβα από το ηλίθιο σου τηλεφώνημα και το ακόμα χειρότερο σου μήνυμα. Αλήθεια νόμιζες οτι θα σου έλεγα αλήθεια; Από την πρώτη στιγμή σου έδειξα τι ψεύτης που είμαι, τι μαλάκας, τι κακός, τι κολλημένος(όχι φυσικά και δεν με νοιάζει τι λες), όλα αυτά τα ωραία. Διάβαζε λοιπόν να δω αν θα καταλάβεις ποτέ πως σκέφτομαι. Ούτε εγώ κατάλαβα(μάλλον). Αλλά ποτέ δεν θα σταματούσα να προσπαθώ. Μαλάκας ναι, αδιάφορος για σένα ποτέ.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Θα ανοιχτείτε σε μας αν ανοιχτούμε σε σας;



Λοιπόν. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου, στα πλαίσια της τελειότητας που κυνηγάω, να μην χρησιμοποιήσω αυτό που ανέφερα(κι εσύ τόσο παιδιάστικα ρώτησες) γιατί, είπα, είναι τουλάχιστον τερατώδες να το κάνει αυτό κάποιος. Και δεν θα το κάνω. Αλλά και μόνο η σκέψη αυτή με τρομοκράτησε οπότε θα σχολιάσω το τι μαρτυράει για μένα αυτός ο τρόπος λειτουργίας του μυαλού μου. 

Κάποια μου είπε ότι σε έχει πολύ ψηλά κι εγώ, το μόνο που σκέφτηκα είναι, ότι αφού φεύγεις, ας κερδίσω κάτι από αυτό. Και ίσως φεύγεις, ίσως και όχι. Δεν είναι αυτό που έχει σημασία. Έχουν φύγει κι άλλοι, η αντίδραση μου δεν άλλαξε. Μην το παίρνεις προσωπικά λοιπόν. Δεν αντιδρώ όταν φεύγετε. 

Ίσως γιατί εγώ δεν θα φύγω ποτέ από κοντά μου. Ίσως(όπως μου είπε μια ομορφούλα σήμερα) δεν δένομαι με κανέναν τελικά. Αλλά εγώ τους σιχαίνομαι τους εγωιστές, τους καταδικάζω σε βασανιστήρια, τους σκοτώνω. Και εμένα, βέβαια, με καταδίκασα σε βασανιστήρια, με σιχάθηκα, με σκότωσα(που λέει ο λόγος ντε). Άρα ίσως τελικά να έχει μια βάση η ομορφούλα.

Θέλω να είμαι ελεύθερος. (Γιατί δεν το καταλαβαίνει κανείς;)

Θέλω να νιώθω εντελώς ελεύθερος(1). 

Άρα θέλω να είμαι εντελώς αυτάρκης, να μην εξαρτώμαι από κανέναν. Ούτε υλικά ούτε συναισθηματικά(2). 

Άρα δεν δένομαι με κανέναν έτσι ώστε, όταν πια χαθεί(γιατί θα χαθεί, είτε από ζωή, είτε από θάνατο), να μην πω ότι χάθηκε και ένα μου κομμάτι μαζί του(3). 

Οπότε μπορείς να φύγεις με όποιο τρόπο θες(όχι ότι εσύ συγκεκριμένα έχεις επιλογή), δεν θα με νοιάξει και ιδιαίτερα να το ξέρεις. Ίσως δείξω λίγο στεναχωρημένος, πιο πολύ για να μην παραξενευτούν οι γύρω μου, μη φανταστείς.

Και σε σένα από την άλλη αν με βλέπεις όπως είμαι και αν δέχεσαι ότι κάνω, από σένα περιμένω να μου πεις πως δεν πειράζει. Πως δεν είμαι τόσο αηδιαστικό δείγμα ανθρώπου εν τέλει. Πως είσαι πρόθυμος να αγνοήσεις όλα αυτά και να έρθεις μαζί μου για μια βόλτα στην Ερμού να χαζέψουμε.