Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Μια μέρα στο νησί

https://www.youtube.com/watch?v=8T4p0Af-7pM

Και κάποτε ήρθε η ώρα που έπρεπε να φύγουμε. Και η θάλασσα δεν ακουγόταν μετά απο μερικά χιλιόμετρα. Και γύρισα να σε κοιτάξω, να δω αν θα σου έλειπε ο ήχος της θάλασσας. Κι εσύ έκλαιγες. Μετά γυρίσαμε μπροστά. Να προχωρήσουμε.

"Να προχωρήσουμε" φωνάξανε τα πόδια μας. Και να! Μπροστά ξανά, με τα πόδια, με τα μάτια, με τη σκέψη. Μπροστά με την καρδιά μας. "Πάντα μπροστά!" αναφώνησες και σε κοίταξα με συγκίνηση, πως γίνεται να λες τα σωστά πράγματα τη σωστή στιγμή;

Ύστερα ο χωματόδρομος απέκτησε μπαλώματα ασφάλτου, ύστερα έφυγε και το χώμα - πρώτα μας έφυγε το νερό, ύστερα το χώμα. Άσφαλτος και στέρεο βήμα. Στερέψανε τα δάκρυα που χάσαμε τη θάλασσα. Και μεγάλωσε η καρδιά μας γιατί μεταβόλισε την απώλεια. Και άφησε ένα ακόμα μικρό μικρό στρώμα λίπους στα χοντροπετσιά μας.

"Όταν μου φαίνεται οτι πετάω, νιώθω να πετάω. Και τρέχω όταν με προστάζει η καρδιά μου να τρέξω" σου είπα και γύρισα να δω στο βλέμμα σου αν πια καταλαβαίνεις τα ασυνάρτητά μου αποφθέγματα. Όμως δε σ' ένοιαζε, είχες χαθεί στο τοπίο, στον αέρα, στη μυρωδιά του φρέσκου αέρα που δε μυρίζει αλλά ταυτόχρονα μυρίζει τόσο έντονα. Κι ήσουν χαμένη στο τοπίο που διασχίζαμε μαζί. Και τελικά στ' αρχίδια μου αν έπιασες την χαζή αναφορά μου. Ήσουν χαμένη κι ευτυχισμένη στη φύση, ήσουν εκεί που θα 'πρεπε να είσαι. Και με μια συναισθηματική μύτη, παπαγάλου κι αυτή, μύρισα σε για να δω πως μυρίζεις όταν χάνεσαι. Και δε μύριζες όμως ταυτοχρονα μύριζες τόσο έντονα.

Περάσανε μέρες στο νησί και άλλες φορές μιλούσαμε, άλλες όχι. Τα φρύδια σου ανασηκώνονταν τακτικά, κάθε φορά που γέμιζε το βλέμμα σου με ορίζοντα. Εγώ ήμουν πεζός, δε συγκινούμουν με πλαγιές, αναβαθμίδες και γαλάζιο. Μονάχα όταν δεν κοίταζες, βούρκωνα πίσω από τις στροφές του δρόμου, ίσα μέχρι για να στρίψω και με δεις, γιατί με περίμενες. Κι όταν σε έφτανα ρωτούσες: "Γιώργο, καλά;"

Πως να εξηγήσω; Πότε, αναρωτήθηκα, θα καταφέρω να εξηγήσω στα βουνά, στη θάλασσα, στους χωματόδρομους, στα δέντρα και τα ζώα, γιατί κλαίω σε κάθε γύρισμα του δρόμου. Πότε θα εξηγήσω καθαρά, πως δεν σου κρύβομαι και δακρύζω στις στροφές από μια θλίψη αμυδρή. Πως νιώθω και τη θλίψη. Πως νιώθω και την απώλεια. Μαζί με αυτά, α, αγαπημένη μου συνταξιδιώτισσα. Τι πάει μαζί με αυτά, πως θα σου εξηγήσω;

Πως να εξηγήσω τα υγρά που αναβλύζουν από μέσα μου; Γεμάτα μέλι και αλάτι. Έχουν μια γεύση που κάνει να πονάει το σαγόνι σου πίσω πίσω. Ρουφάς το σάλιο και σκουπίζεις τα δάκρυα, όμως τρέχουν. Μια μέρα, στο νησί, απόγευμα, ακούστηκε σε μια στροφή του δρόμου: "Γιώργο, καλά;"

Και τραντάχτηκα και υγράνθηκα και απάντησα "καλά" κι εσύ κατάλαβες. Πάντα καταλαβαίνεις.

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Αν τελικά τα κάνεις όλα λάθος... ξέρεις.

https://www.youtube.com/watch?v=W3Zqglz4_dc

https://www.youtube.com/watch?v=dTZQ2IB_x7c

(πρέπει να παίζουν ταυτόχρονα, με τον ήχο στο πρώτο να είναι στο 35%)

Δε με πειράζει, αλήθεια.

Δε με πειράζει, αλήθεια, πάντα νομίζει κάποιος οτι ξέρει καλύτερα από μένα για μένα.

Αλλά δεν ξέρει.

Κανείς δεν ξέρει πως, αν είναι να κερδίσω, βάζω φωτιά στον κόσμο ολόκληρο

κερδίσω; εεε να γαμήσω εννοούσα

γαμήσω; εεε να φιλήσω εννοούσα

φιλήσω; εεε να αγαπήσω εννοούσα

αγαπήσω;

ναι, ν' αγαπήσω εννοώ

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

Desireless and fading

https://www.youtube.com/watch?v=dPmxnQiYgoc
(απ' την αρχή ως το 4:44)

έχουμε αρχίσει να θυμίζουμε δολοφόνους
που γυρνάνε σε αργό κύκλο
με μαχαίρια στα χέρια
και ψάχνουνε ευκαιρία να πληγώσουν

τινάζομαι όταν επιτίθεσαι
και η λάμα σου περνά ξυστά από το θώρακά μου
αμέσως μετά, επειδή η προσπάθειά σου σε κάνει ευάλωτη
πετάω το χέρι μου για να σε κόψω

το πάτωμα γλιστράει από τα αίματα
και με το ατμοσφαιρικό φως του απογεύματος
σε ζαλίζει

μυρίζει αίμα και ιδρώτα
ακούγονται πνιχτές φωνές
και άναρθρες κραυγές όταν χτυπιέται το ψαχνό
το χέρι μου στάζει αίμα και δεν ξέρω σε ποιον ανήκει πια
δεν ξέρω αν κόπηκα ή μ' έκοψες εσύ

κάποιες φορές αλλάζουνε οι δολοφόνοι
κάποιοι λιποθυμούν ή πεθαίνουν από την αιμορραγία
και έρχονται άλλοι στη θέση τους

μερικοί φοβούνται να χτυπήσουν
μα όλοι τελικά βρίσκονται με αίματα στα χέρια

κουράζομαι και δεν καταλαβαίνω πλέον καν
ποιον θέλω να χτυπήσω κι από ποιον να φυλαχτώ
βλέπω μόνο το μωσαϊκό και καμπύλες από κόκκινο
πονάω αλλά δεν ξέρω αν έχω κουραστεί
ή αν με ανοίξανε

"είμαστε όλοι δολοφόνοι" φώναξε κάποιος κάπου κάποτε
και θέλω από τότε μια φορά κι εγώ να υψώσω τη φωνή μου
"είμαστε όλοι άνθρωποι"
"γιατί πονάνε οι πληγές μου; αφού είμαστε όλοι άνθρωποι"

μια μέρα θα γλιστρήσω στο υγρό μωσαϊκό
και θα σκύψουν από πάνω μου οι άνθρωποι

κάνε μου τη χάρη αυτή
κι αμα ποτέ αποφασίσεις να σκύψεις
κράτα μαχαίρι
γιατί κουράστηκα
χριστέ μου πόσο κουράστηκα

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Μερικές φορές ονειρεύομαι διαστημόπλοια όταν περπατάω


Κάποτε
- όχι, δεν θα πάω στο διάστημα ή κάτι τέτοιο -
κάποτε θα ζήσω τις περιπέτειες που διαβάζω και ζηλεύω
κάποτε θα περπατήσω μεγάλες αποστάσεις και θα ανάβω φωτιά για να μαγειρέψω και θα σκαρφαλώνω βουνά που δεν γνωρίζω ακριβώς και θα μπερδεύομαι από τις συνεχόμενες και μπλεγμένες κορυφογραμμές και θα δυσκολεύομαι να βρω τον προσανατολισμό μου

άλλοτε θα έχει καλό καιρό και θα φυσάει και θα στεκόμαστε στις κορυφές να μας σπρώχνει ο αέρας
και άλλοτε θα έχει κακό καιρό και θα καλυπτόμαστε σε συστάδες δέντρων αρκετά πυκνές που τελικά στο χώμα θα φτάνουν μόνο λίγες σταγόνες

και μετά θα προχωράμε ή ίσως να είμαι μόνος μου και να προχωράω, αλλά τέλος πάντων το ταξίδι θα συνεχίζεται,

και να μια πλαγιά με περίεργα τοιχώματα
και να μια έκταση επίπεδη με χωράφια, σπαρμένα ή άδεια
και να ένας δρόμος που πηγαίνει προς ένα άνοιγμα στα βουνά
και να μια ακτή στ' αριστερά μας με την ψιλή άμμο να ταξιδεύει σα φαντάσματα από τον αέρα και τη θάλασσα να ακούγεται συνέχεια, μέρες τώρα

και τα δέντρα μας κάνουν νόημα
οι περαστικοί με κοιτούν αλλά δε με προσέχουν, δεν είμαι κάτι έξω από το τοπίο
τα φορτηγά με προσπερνούν με οχλοβοή
κάποια ζωύφια πίνουν λίγο από το αρκετό μου αίμα
από την αρκετή μου ζωή

πάντα σκεφτόμουνα με έπαρση και ψώνιο
"πιείτε, πιείτε από το αίμα μου κουνούπια, έχω τόσο πολύ, έχω τόση πολλή ζωή, πιείτε"
για αυτό δε με πειράζουν τα κουνούπια

πάντα σκέφτομαι με έπαρση και ψώνιο
"πλήγωσέ με, πληγώστε με αγαπημένοι μου, έχω τόση πολλή ζωή που δε στερεύει το αίμα απ' τις πληγές μου, ανοίχτε οπές, πιείτε το αίμα, αφήστε το να τρέξει, είναι άπειρο το αίμα"
για αυτό δε με πειράζουνε οι άνθρωποι

με έπαρση και ψώνιο, το είπα

το ταξίδι μου ή μας θα συνεχιστεί, σε πράσινα τοπία, κίτρινα, ή καφέ,
κούραση, σταμάτημα, ξεκίνημα
μέχρι να δύσει ο ήλιος
κάποιες φορές άμα με ή μας παίρνει
περπάτημα και το βράδυ
με τα τζιτζίκια ή με αυτά τα πράματα που κάνουνε χρου χρου για συντροφιά
πυγολαμπίδες άμα είμαστε τυχεροί

δεν ξέρω πως να τελειώσω το κείμενο
γιατί δεν ξέρω πως θέλω να τελειώσει το ταξίδι
θα βαρεθούμε;
θα αγαπηθούμε;
θα σκοτωθούμε;
θα κουραστούμε;
θα γυρίσουμε πίσω;
θα στερέψει το αίμα απ' τις πληγές μας;

μέχρι τώρα δεν έχω μάθει τι θα πει τέλος και αυτό είναι τρομαχτικό

Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Μικροί θάνατοι

δεν ξέρω τι να γράψω για να περιγράψω τα συναισθήματά μου
θα πετάξω σκόρπιες λέξεις
με την ελπίδα να καταλάβει κάποιος κάτι

εχθρός
χαρά
ξεγνοιασιά
απώλεια
πίκρα
απόρριψη
καινούργιο
ξεχνώ
γήινο
γεωγραφία
ανάστατος
άστατος
λογικό
λείπει
ηρεμία

μικροί θάνατοι
οι σχέσεις που δε μας βγαίνουν
μικροί θάνατοι
οι άνθρωποι που μας ξεχνούν και τους ξεχνάμε
μικροί θάνατοι
αυτά που δεν προλάβαμε να πούμε
μικροί θάνατοι
όταν κάνουμε πως δεν περάσαμε ούτε στιγμή μαζί
μικροί θάνατοι
όταν τελειώνουνε οι άνθρωποι και παίρνουνε τη θέση τους καινούργιοι
είναι κάποιοι κάποιοι μικροί θάνατοι

κάνουμε μικρές κηδείες
μικρά μνημόσυνα
μικρές θλίψεις
μικροί τάφοι ανοίγουνε
και λέγονται μικρές προσευχές
να μην τελειώναν έτσι οι μικρές αυτές αλληλεπιδράσεις

όμως οι θάνατοι, μικροί ή μεγάλοι, είναι ανηλεείς
όταν πεθαίνει κάτι, μικρό ή μεγάλο,
μικρό το κακό
-αφού-
κάποιος μου είχε πει πως ουδείς αναντικατάστατος,

μένει να το αποδεχτώ για τον εαυτό μου λοιπόν.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Μείνε μαζί μου, πιάσε μαζί μου, κάτσε μαζί μου, σκέψου μαζί μου, μίλα μαζί μου

https://www.youtube.com/watch?v=3JRtsoZvnds

1 - Στη Βουλιαγμένης, βράδυ (ομπβς), απέναντι από τη μεριά της Ειρήνης, λίγο πιο κάτω από το σπιτι του Παναγιώτη, στο Ελληνικό. Απέναντι μου τα 24ωρα έβερεστ, με όσους πελάτες ακριβώς πρέπει να έχουνε τέτοιες ώρες: 2 άτομα, έναν γέρο που δεν μπορείς καν να φανταστείς γιατί είναι στα έβερεστ με καφέ 3 το βράδυ στη μέση του πουθενά και έναν ταξιτζή που αγόρασε ένα στάχτινο σάντουιτς για να παραστήσει τον είμαι-καλά-σας-πάω-όπου-θέλετε ταρίφα, άμα βρει κούρσα, όταν βρει κούρσα, μέχρι να σχολάσει.Εσύ βρέθηκες να περιμένεις το βραδυνό λεωφορείο που θα σε πάει κοντά στο σπίτι (αλλά όχι στο σπίτι). Περνούν τα αμάξια, αλλάζουν οι ταρίφες μα τα σάντουιτς μένουν ίδια, ο γέρος πίνει από το αιώνιο κύπελλο καφέ, λες για μια ζωή, και τη μονοτονία σπάει μόνο κανένας που βαριέται να περιμένει το φανάρι και περνάει με κόκκινο. Μα δεν έχει σημασία, τέτοιες ώρες τα χρώματα είναι όλα ίδια.

2 - Στην άσφαλτο της σπιάτζας, μόλις έχεις φύγει από το σπίτι του Ρωμανού και λες να κάνεις μια βόλτα πριν πας σπίτι. Ή μπορεί να γυρνάς από το νταραβέρι, ή μπορεί να γύρισες απ' το Κατάκολο και να άργησες να φτάσεις. Ορισμένα σημεία της δημοσιάς, γιατί της ταιριάζει η ονομασία "δημοσιά", είναι θεοσκότεινα, κυριολεκτικά πίσσα, σκοντάφτεις στις λακούβες του δρόμου και μόνο από εμπειρία πια, ή από τύχη, δεν πέφτεις στα χόρτα δεξιά κι αριστερά. Μα ποτέ δε φοβήθηκες μην πάθεις τίποτα στη σπιάτζα. Ο ρομαντισμός γεννήθηκε και πέθανε σ' αυτά τα λίγα χιλιόμετρα αυθαιρέτων και ψιλής άμμου. Ο δικός σου ρομαντισμός τουλάχιστον. Που και που αμάξια προς τη μια ή την άλλη πλευρά, που και που όμως. Κανένα μηχανάκι με διαλυμένη εξάτμιση ίσως. Και πάντα η σοκαριστική ακουστική. Ο ήχος του αμαξιού ή της μηχανής να ξεκινά από πολύ μακριά, πολύ πολύ, θα νόμιζες οτι τον άκουσες με το που ξεκίνησε από Κατάκολο, και με το που σε περνάει, μένει στον αέρα για εξίσου μεγάλο διάστημα, μένει και μένει λες και το φάντασμα του πλανιέται στις στροφές των τσιμεντολίθινων ερειπίων και των καλαμιών. Μέχρι που ο ήχος της θάλασσας τον καταπίνει. Τέτοιες ώρες, εκεί, όλους τους ήχους τους καταπίνει η θάλασσα.

3 - Στον επαρχιακό δρόμο που ενώνει τη χώρα με το κάμπινγκ. Ή το ξενοδοχείο. Ή την παραλία που έχεις στήσει. Τα μαγαζιά όλα κλειστά, και όσο φεύγεις απ' τη χώρα αραιώνουν. Μετά μένουν λίγα σπίτια ακόμα, ή πολύ πλούσια ή πολύ φτωχά, και μετά χώμα, χωράφια αν το νησί έχει νερό ή απλά ξερές πέτρες, κίτρινα χόρτα. Είναι αργά το απόγευμα και γυρνάς για να μπανιαριστείς και να ετοιμαστείς για να ξαναβγείς. Μπορεί να είσαι στην Ανάφη, μπορεί στην Ίο, μπορεί στην Αντίπαρο, μπορεί σε άλλο νησί, μπορεί σε ξένη χώρα. Δε μιλάνε τα χωράφια, δεν έχουν νόμισμα ή ταυτότητα τα ξεραμένα χόρτα, δεν έχει σημασία πως ονομάσανε τη χώρα κάποιοι που δε γνώρισες ποτέ. Δεν έχει σημασία για την ιστορία σου τουλάχιστον. Έχεις αρκετό δρόμο αλλά δεν πειράζει, το καλοκαίρι συνήθως ο χρόνος είναι αρκετός. Έχεις για οδηγό την άσπρη ξεθωριασμένη γραμμή στο πλάι του δρόμου γιατί, με τόσο ήλιο όλη μέρα, δεν μπορείς πια να κοιτάς ευθεία, μόνο κάτω. Περπατάς και όταν κλείνουν οι πλαγιές ή όταν αντέχεις, ρίχνεις μια ματιά. Η μαγεία του τοπίου αυτού δε συνηθίζεται, όσες μέρες κι αν περάσεις εκεί. Κάποιο πλοίο της γραμμής έρχεται ή φεύγει. Κάποιος ψαρεύει πέρα στα ανοιχτά. Φυσάει και οι εκτάσεις με τα κίτρινα χόρτα κυμματίζουν. Τα αυτιά σου σφυρίζουν απ' τον αέρα αλλά δε σε πειράζει, για σήμερα τα ακουστικά δεν έχουν θέση στο κεφάλι σου. Είναι δροσερός αέρας, κι ευτυχώς, γιατί έχεις καεί. Θα πας και θα αλλάξεις και σε λίγες ώρες, στο σκοτάδι, με παράξενα χρωματιστά φώτα θα χορεύεις ή θα αγκαλιάζεις ή θα ακουμπιέσαι ή θα πίνεις ή θα φωνάζεις ή θα γελάς ή όλα μαζί. Μάλλον όλα μαζί. Σε λίγες ώρες το καλοκαίρι σου θα χτυπάει κόκκινο. Μα για τώρα, με κουρασμένα πόδια, ακολουθάς την γραμμή στο πλάι του δρόμου και θα έλεγε κανείς οτι σε χαιδεύει όλος ο κόσμος για να σε ξεκουράσει. Τέτοιες ώρες, όλος ο κόσμος σε χαιδεύει και κανείς δε θα σου πει να βιαστείς.

4 - Στο παράθυρο του σπιτιού σου, στην μπαλκονόπορτα πιο σωστά, που την έχεις αφήσει ανοιχτή για να μπαίνει αέρας και να βγαίνει το βλέμμα σου όταν ψάχνεις παρηγοριά. Πήγε αργά κι εσύ ακούς μουσική και τα αμάξια στη Θηβών που περνούν πιο συχνά απ' όσο θα ήθελες αλλά όχι πιο συχνά απ' όσο αντέχεις. Ατμοσφαιρική μουσική και καλά, με όσα λιγότερα ρούχα μπορείς, κοιτάς μια την οθόνη, μια το δρόμο. Θέλεις παρέα ή δεν ξέρεις τι θέλεις. Αλλά κάτι ψάχνεις. Μια με τα μάτια, μια με το στόμα, μια με το χέρι, μια με τη φαντασία. Ψάχνεις. Όσο κοιτάς έξω είναι καλά, όσο ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει θα φέρει και αυτό που θες. Αναρωτιέσαι αν θα το πάρεις, αν θα καταφέρεις να μην το χάσεις πάλι. Αναρωτιέσαι τι έγινε λάθος, τι έγινε σωστό, αγνοώντας, λόγω έλλειψης εμπειρίας και ίσως εξυπνάδας, πως η ζωή είναι μια ρόδα που γυρίζει αλλά αυτό δε σημαίνει πως ο άξονάς της μένει σταθερός. Όμως δεν πειράζει, ή θα μάθεις ή όχι, τις μέρες που ανοίγεις την μπαλκονόπορτα σημαίνει πως ψάχνεις, τις μέρες που ψάχνεις, συνήθως βρίσκεις. Μπορεί όχι αυτό που θες αλλά κάτι για να αντέξεις και να συνεχίσεις το ψάξιμο. Έχεις δει ατυχήματα στη Θηβών, μεθυσμένους, ποδήλατα, κόρνες, κόντρες, σούζες, περαστικούς από το τελευταίο μετρό, ταξί να αφήνουν κόσμο, έχεις δει όλη τη ζωή και ακόμα αναρωτιέσαι που βρίσκεται. Εμένα μου φαίνεται πως βρίσκεται κάπου στα πεζοδρόμια της Θηβών, στα αμάξια με τη δυνατή μουσική, σ' αυτούς που δε φορούν κράνος και σπάνε το κεφάλι τους στο διάζωμα, σ' αυτές που τα τακούνια τους σπάνε τη σιωπή σαν πιστολιές, στο φαινόμενο ντόπλερ που πάντα το θυμάσαι σε ανάλογες στιγμές. Τέτοιες ώρες όμως, η φυσική δεν αρκεί να ερμηνεύσει τον κόσμο.

Τέτοιες ώρες είναι καλό να σκέφτεσαι πως όλα θα πάνε καλά. Εγώ, σήμερα το βράδυ, 14 Μαΐου 2018, σκέφτομαι πως ίσως τελικά όλα θα πάνε καλά.


Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Οι Συνειδητοποιήσεις της Θεσσαλονίκης

Νούμερο ένα

Κουράστηκα να ταξιδεύω μόνος μου. Μπορώ να το κάνω αλλά ειδικά αυτό το 6ωρο ταξίδι δεν μπορώ πια να το βιώνω μόνος, χωρίς να μπορώ να ακουμπήσω το πόδι κάποιου στη διπλανή θέση, χωρίς να μπορώ να πω κάτι χαζό, χωρίς να μπορώ να νιώθω λίγη ασφάλεια στο ταξίδι, με το χέρι χωμένο εκεί που έχω παραχώσει το πορτοφόλι μου.

Νούμερο δύο

Η Θεσσαλονίκη είναι όμορφη αλλά η ομορφιά πάει χέρι χέρι με τις σκέψεις που κάνεις, δεν είναι τελείως ανεξάρτητη. Η Θεσσαλονίκη πλέον δεν είναι τόσο όμορφη, είναι κάπως παράξενη, κάπως νωχελική και προβληματισμένη, κάπως δύσκολη, ειδικά όσο πάω προς τα ανατολικά. Η Θεσσαλονίκη είναι πια το πανέμορφο κορίτσι που συναντάς τυχαία στο δρόμο, που το συμπαθείς, που το κοιτάς στα μάτια και που σου αρέσει το φόρεμά του, το πανέμορφο κορίτσι που συμπαθείς και θα μπορούσες ίσως να περάσεις πολύ καλά μαζί του αλλά αυτό έχει τις δουλειές του, εσύ τις δικιές σου και τελικά η τυχαία σας συνάντηση σου αφήνει γλυκόπικρη γεύση όσο εσύ συνεχίζεις το δρόμο σου κι αυτή επιστρέφει στις δουλειές της.

Νούμερο τρία

Οι αναμνήσεις μου δεν αρκούν πια. Όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη, γενικά. Μου είναι τεράστια ανάγκη να δημιουργήσω καινούργιες, δυνατές, έντονες, Ελευθεριακές αναμνήσεις. Δε μου αρκεί να τριγυρνώ σε στενά και να θυμάμαι τι συνέβη εκεί πριν χρόνια, πριν μήνες, πριν γίνω έτσι. Θέλω να δημιουργώ νέες αναμνήσεις, νέες προσθήκες, και κυρίως, Ελευθερία, θέλω όταν βγαίνουμε να μη βγαίνουμε για το γαμώτο, θέλω να βγαίνουμε για να δημιουργούμε νέες αναμνήσεις.

Νούμερο τέσσερα

Ο έρωτάς μου είναι πολύ πολύ έντονος και πολύ πολύ προβληματικός και πρέπει να αντιμετωπιστεί. Ούτε η άρνηση φτάνει, ούτε οι υποχωρήσεις, ούτε το να μη βλέπω οτι δε με γουστάρεις πια.

Νούμερο πέντε

Δεν θα ξαναπάω στη Θεσσαλονίκη (ή οπουδήποτε αλλού) αν δεν έχω κάποιον καλό λόγο να πάω. Τώρα τι λέμε καλό λόγο, είναι συζήτηση για άλλο ποστ.

Βαθμός ταξιδιού: 3.5/10
high: 8 (πάρτυ αστεροσκοπείου)
low: 0 (εκδήλωση της ΧΑΝΘ στην παραλία, χοτ ντογκ, hangover και bruno mars)

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Γάμησέ με στο μυαλό, γάμησέ μου το μυαλό, εγώ νιανιά δεν είμαι, βλάκα

Τώρα που θα λείψω 2-3 μέρες
λιγο και ταυτόχρονα πολύ
θα αφήσω εδώ κάτι να διαβάζεις
κλασικός κύκλος: διαβάζεις - άρα ενδιαφέρεσαι - άρα διαβάζεις
πρώτα ενδιαφέρθηκες ή πρώτα διαβασες; ποιος ξέρει;
εδώ δεν ξέρω καν αν διαβάζεις, θα ξέρω αν ενδιαφέρεσαι;

Αν μου κολλούσανε πιστόλι στο κεφάλι θα έλεγα ναι, αλλά εγώ είμαι και βαθειά αισιόδοξος,
κάποιες φορές σε σημείο ανοησίας

Τέλος πάντων.

Όταν ξανασυναντηθούμε θα κάνω κάτι που δε θα σ' αρέσει
στο λέω από τώρα για να μην έχουμε παρεξηγήσεις

δηλαδή αν μου κολλούσανε πιστόλι στο κεφάλι εγώ θα έλεγα οτι σ' αρέσει αλλά εγώ είμαι και βαθειά αισιόδοξος

θα σου κάνω πολλά πράγματα
ξέρεις γιατί;
υπάρχουνε τρεις λόγοι
ο πρώτος είναι γιατί μ' αρέσει
ο δεύτερος είναι γιατί σ' αρέσει
ο τρίτος
και ο πιο σημαντικός
είναι γιατί έχουμε γίνει ξενέρωτοι
πολλές αγάπες και πολλά λουλούδια και πολύ ασφάλεια και πολύ νιανιά
καλό και το νιανιά εγώ στηρίζω νιανιά φουλ, νομίζω το ξέρεις
αλλά μη γίνουμε και ξενέρωτοι

για αυτό λοιπόν
όταν ξανασυναντηθούμε
θα αποτραβηχτούμε σε μια όσο το δυνατόν πιο αθέατη γωνία
κατά προτίμηση κλειστός χώρος αλλά εγώ δεν έχω και θέμα
και εκεί θα αφοσιωθούμε ο ένας στον άλλον
σα να μη γνωριζόμαστε, μπορείς να ημιξεχάσεις ποιος είμαι για 1-2 ώρες;
σα να μη συμπαθιόμαστε, μπορείς να τσαντιστείς μαζί μου για 1-2 ώρες;
σα να μη μας κρατάει τίποτα, μπορείς να κάνεις σαν να μη σε κρατάει τίποτα για 1-2 ώρες;

everything goes σ' αυτές τις καταστάσεις
οπότε ξαναγυρνάω στην αρχή και ξαναλέω
πως όταν συναντηθούμε θα κάνω πράγματα που (δεν) θα σ' αρέσουν
και στο λέω από τώρα για να ξέρεις κι εσύ τι στάση να κρατήσεις (wordplay much?)
αλλά ξενέρωτοι δε θα επιτρέψω να γίνουμε

άσε άσε, σου λέω έχω πολλές ιδέες, η φαντασία μου σ' αυτά οργιάζει

μια τελευταία σκέψη μου για σένα
αν άλλαζαν θέση το μυαλό σου με το σώμα σου
πιστεύω το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς το ίδιο
δε θέλω να γαμηθώ ή με το ένα ή με το άλλο
θα ήθελα και με τα δύο παρακαλώ

Αλλά αν μου κολλούσανε πιστόλι στο κεφάλι θα διάλεγα το πρώτο, θύμισέ μου αν σε ψήνει, να σου πω κάτι για αυτό όταν ξανασυναντηθούμε

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Αυτό λέμε όλοι

https://www.youtube.com/watch?v=WCZ0SOjkQaE

Οι λέξεις κουράζουν, κούρασαν, θα κουράσουν.

Όλο και κάποιος θα θέλει να συζητήσει κάτι. Να μιλήσουμε για το τάδε πράγμα, να πούμε για εκείνο το συναίσθημα, να περιγράψουμε κάτι, να πούμε κάτι να περάσει η ώρα.

Πολλές φορές μιλάς και δεν παίρνω καμία έξτρα πληροφορία.

Με κούρασαν οι συζητήσεις, δε θέλω να μιλάμε άλλο. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι επικοινωνίας, γιατί συνέχεια χρησιμοποιούμε τον ίδιο; Όλο μιλάμε. Βαρέθηκα να μιλάω, βαρέθηκα να γράφω. Βαρέθηκα τις λέξεις, τις προτάσεις, τις παύσεις, τα νοήματα που πρέπει να περιγραφούν ακριβώς, βαρέθηκα λέξεις όπως και, σίγουρα, ο,τι, όπως, καταρχής, γενικά, συνήθως, περίπου, περίεργο, κυρίως, ανέκαθεν, βαρέθηκα τις λέξεις αλλά πιο πολύ βαρέθηκα τις λέξεις που λέγονται για να γεμίσουν.

Θέλω να βρούμε κινήσεις να αντικαταστήσουν τις λέξεις.
Όταν θα θέλω να σου ξεκινήσω μια φράση δε θα λέω καταρχάς, θα σου στρώνω το μαλλί πίσω από το αυτί σου.
Όταν θέλω να πω κάτι σίγουρο θα σε κοιτάω στα μάτια τελείως σταθερά.
Όταν θέλω να γενικεύσω θα βηματίζω πάνω κάτω.
Όταν θέλω να πω κάτι αδιάφορο δε θα λέω τίποτα.
και τα λοιπά

Δε θέλω να μιλάω άλλο, δεν θέλω να ξαναβγεί συλλαβή από το στόμα μου μέχρι να γεμίσω. Θέλω μόνο να μιλάω όταν θα θέλω να περιγράφω τη χαρά μου. Μόνο τότε χαίρομαι αληθινά να λέω λέξεις.

Καμία συζήτηση αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να με ευχαριστήσει.

θέλω να κάνω τα πάντα

δε θέλω να πω τίποτα

 

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Τα χέρια κουρασμένα σκάβουν και η αρμύρα τσούζει στα μάτια. Όλο σκάβουν τα χέρια, όλο τσούζουν τα μάτια. Στην παραλία περνάμε φίνα, ακούς;

https://www.youtube.com/watch?v=C1Zb4KdcdL8

Δεν είμαι έτοιμος να ζήσω στο μέλλον, αυτό καταλαβαίνω όσο μεγαλώνω.

Χρειάζομαι ακόμα τη δεκαετία 95-05, χρειάζομαι ακόμα το στενό δίπλα στο σπίτι, την εφηβεία μου, το μουστάκι της φίλης της αδερφής μου που ήταν πολύ μικρή για να το βγάλει, την κατασκήνωση που ήμουνα πολύ έξυπνος για να πάω, το σχολείο μου, μου λείπει ακόμα το σχολείο μου και οι έννοιες όπως μπούλινγκ ή ξύλο ή ναρκωτικά που ήταν άγνωστες εκεί,

μου λείπουν ακόμα τα πρώτα λεωφορεία που πήρα, το πρώτο λεωφορείο που πήρα να ξέρετε ήταν το 730 όταν έφτανε μέχρι την Ομόνοια από την κάτω μεριά, και υπήρχε ακόμα Β13 και τα λεωφορεία τα γκρι τα παλιά με τα ξύλινα καθίσματα, άραγε τα θυμάται κανείς αυτά;

μπλέξαμε, ή μάλλον έμπλεξα, με νέους για να ρουφήξω τη νεανικότητά τους αλλά ακόμα μου λείπουνε τα παλιά μου πράγματα, οι κασέτες, γιατί να μου λείπουν οι κασέτες; τα αντεγραμμένα σιντί στο χάι φάι που άκουγα πολίς και χοροπήδαγα στην πάνω κουκέτα γιατί είχαμε κουκέτες,

μου λείπουν οι εποχές γιατί ήταν αθώες; ή μου λείπουν οι εποχές γιατί ήμουν αθώος; μάλλον το δεύτερο. Αλλά ήμουν όντως αθώος. Τότε πίστευα οτι δεν θα πλήγωνα ποτέ κανέναν, οτι όλα θα φτιάξουν όπως όταν πήρα πανεύκολα το προφίσενσι, ή όταν μου πέταξε ένα κεραμίδι ένας φίλος μου και μου κοψε το πόδι και μετά δεν το θυμόμουνα καν

αλλά τι τα θυμάμαι τώρα αυτά; έχουν τελειώσει, μόνο όταν ακούω τέτοια μουσική λίγο, ή όταν ακούω τον ήχο που κάνουν τα κουμπιά από τα παλιά κασετόφωνα, θυμάμαι

και στεναχωριέμαι λίγο, όχι γιατί θέλω το χρόνο να γυρίσει πίσω, φακ δεν είμαι ηλίθιος, αυτό δε γίνεται,

αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε τα όμορφα χαρακτηριστικά των καιρών εκείνων και να τα ζούμε ακόμα;

γιατί δεν ακούμε μουσική σαν καινούργιοι; γιατί δεν βγαίνουμε για βόλτες; γιατί δεν παίζουμε παιχνίδια; γιατί δεν καθόμαστε ως αργά το βράδυ έξω συζητώντας; γιατί δε μας νοιάζει τίποτα πια; γιατί πεθαίνουνε οι γύρω μας; γιατί πεθαίνουμε εμείς; γιατί δεν πάμε πια για φαί κάπου μακριά; γιατί δεν ξενυχτάμε σε 24ωρα μαγαζιά; γιατί δε μιλάμε στο τηλέφωνο; γιατί δεν αγαπιόμαστε; γιατί δεν κάνουμε βόλτες με τ' αμάξι αργά το βράδυ ακούγοντας ραδιόφωνο; γιατί δεν γράφουμε με σπρέυ "διαβασε ρε, μπορείς;" γιατί φοράμε γυαλιά ηλίου συνέχεια; γιατί τα σκαλοπάτια μας φαίνονται βρώμικα συνέχεια; γιατί δεν φωνάζουμε δυνατά στο δρόμο παρά μόνο όταν μεθάμε; γιατί μεθάμε με τόσα νεύρα ή με τόση αδιαφορία; γιατί δε χορεύουμε ρε; γιατί δεν κάνουμε πάρτυ; γιατί δε μας φαίνεται ενδιαφέρον πια το Σύνταγμα; γιατί όλοι κοιμόμαστε σπίτια μας ή στους/στις γκόμενους/γκόμενες μας; γιατί δεν πάμε διακοπές πολλοί μαζί; γιατί βαριόμαστε τόσο πολύ στο μετρό; γιατί συζητάμε όλο για βαρετά πράγματα; γιατί δεν κουτσομπολεύουμε πια; γιατί δεν κάνουμε ολυμπιακούς; γιατί δεν τρέχουμε ποτέ; γιατί διψάμε συνέχεια; γιατί πεινάμε λιγότερο;

γιατί δεν βλέπουμε πια γιουροβίζιον;

γιατί δεν βλέπουμε πια ειρωνικά τηλεόραση;

γιατί δε μας πειράζει πια η ζέστη;

γιατί μας πειράζει τόσο το κρύο;

γιατί δεν πάμε στη θάλασσα πια;

Ίσως εκεί να βρούμε πάλι τη χαμένη μας όρεξη, τα θαμμένα μας παιχνίδια στη άμμο. Ίσως αν τα βρούμε, καταφέρουμε να ξαναχτίσουμε τα κάστρα μας, κι ας έχει ανέβει πια το κύμα ως το λαιμό μας. Δεν έχουμε πνιγεί ακόμα ρε γαμώτο. Κι άμα χτίσουμε γερά κάστρα στην άμμο, έστω και λίγο, δε μπορεί, θα την καθυστερήσουμε την παλίρροια.