Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Νομίζω θα κάνω εμετό




Δεν μου ‘χεις πει τόσα χρόνια αν έχεις μετανιώσει,
όταν τριγύρναγες σε φίλους για δικά μου δανεικά.

Είμαι φτωχός. Έτσι νομίζω. Όχι δεν εννοώ κάτι μεταφορικό και μυστικιστικό. Είμαι φτωχός. Δεν έχω λεφτά. Τόσο απλό. Δεν πεινάω ακόμα αρκετά για να σας πω ότι είμαι εξαθλιωμένος. Όχι ακόμα. Μέρα τη μέρα η ζωή μου γίνεται όλο και πιο φτωχή. Υλικά φτωχή, ναι. Και όποιος πει ότι με τα λεφτά δεν έρχεται η ευτυχία είναι εντελώς ασήμαντος. Αλλά δεν θέλω να καταλήξω εκεί.

Οι φίλοι μου, στο 90% τους, είναι πιο ευκατάστατοι από μένα. Δεν είμαι σίγουρος αν τους ζηλεύω. Νομίζω όχι. Δηλαδή, σίγουρα ζηλεύω να έχω παραπάνω λεφτά να πηγαίνω σινεμά χωρίς να το σκέφτομαι δεύτερη φορά αλλά ντάξει, σιγά, αυτό δεν είναι πραγματική ζήλεια. Δεν τους ζηλεύω αλλά μου τη σπάνε πάρα πολύ. Όχι επειδή έχουν πιο πολλά λεφτά από μένα. Αλήθεια το λέω, τα λεφτά είναι όντως ασήμαντα για μένα. Μπορώ να είμαι φτωχός, και πιο φτωχός απ’ ότι τώρα, δεν φοβάμαι τη φτώχεια.

Φοβάμαι την ασυνειδησία. Φοβάμαι την αδιαφορία. Φοβάμαι τον αποκλεισμό.

Φοβάμαι γιατί με έχεις γραμμένο. Με έχεις γραμμένο. Και φοβάμαι, όχι γιατί θέλω την προσοχή σου, την αγάπη σου. Δεν τα θέλω αυτά. Ναι, μ’ αγαπάς, είμαστε όλοι άνθρωποι και αγαπιόμαστε πολύ πολύ και τα λοιπά. Όταν ο από κάτω σου διεκδικεί, ναι, σίγουρα τον αγαπάς. Μη σου πω του δίνεις και δίκιο. Τίποτ’ άλλο του δίνεις; Τίποτ’ άλλο πέρα από τη συμπάθεια μου δίνεις; Γιατί αυτή είναι τσάμπα. Αυτή τη δίνεις απλόχερα όσο δεν χρειάζεται να θυσιάσεις κάτι. Όσο δεν θυσιάζεις κάτι, τότε δίνεις απλόχερα. Τότε δίνουμε όλοι απλόχερα. Αυτό δεν είναι βοήθεια, αυτό δεν είναι στήριξη.

Αυτό είναι κατάντια. Και είναι σίχαμα. Και είναι αηδία.

Αηδιάζω. Όπως προείπα, είμαι φτωχός. Δεν έχω για δεδομένα τα (τόσο ανάξια) υλικά αγαθά. Δεν έχω για δεδομένο ούτε το κινητό μου, ούτε το γιατρό μου, ούτε τη δουλειά μου, ούτε τη διασκέδαση μου, ούτε το φαγητό μου, ούτε καν το σπίτι μου. Είμαι φτωχός και ακούγεται τόσο γραφικό να λες αυτή τη φράση που την επαναλαμβάνω για να πάρει υπόσταση, να μην είναι πια μια χαζοφράση που δεν σημαίνει τίποτα. Η φτώχεια υπάρχει και δεν αφορά μόνο αυτούς που δεν έχουν να φάνε. Αφορά αυτούς που δεν έχουν αυτά που δικαιούνται, αυτά που έχουν ανάγκη. Αυτά που έχουν ανάγκη σαν άνθρωποι όμως, όχι σα ζώα που γεννήθηκαν για να δουλεύουν για να μπορούν άλλοι άνθρωποι να ζουν καλύτερα. Τα ζώα θέλουν φαγητό, μια φωλιά, ρούχα ή γούνα να μην κρυώνουν άντε και λίγη παρέα. Αν έχεις αυτά είσαι ευκατάστατος; Δεν είσαι φτωχός; Ή μήπως πρέπει να βάλουμε τους ανθρώπους σε κατάταξη; Εσύ είσαι πολύ φτωχός γιατί τα ρούχα σου έχουν λιώσει, εσύ είσαι πάρα πολύ φτωχός γιατί κοιμάσαι στο δρόμο, εσύ έχεις φάει σήμερα, είσαι λιγότερο φτωχός, εσύ που δεν τρως και πεθαίνεις, άντε, εσύ είσαι φουλ τάιμ φτωχός.

Αηδιάζω. Αηδιάζω. Αηδιάζω να βγαίνω από το σπίτι και να βλέπω ανθρώπους. Αηδιάζω γιατί είναι φτωχοί. Όλοι τους. Και δεν το παραδέχονται. Δεν θέλουν να παραδεχτούν κάτι τέτοιο. Ντρέπονται ίσως. Με αηδιάζουν. Με αηδιάζουν πολύ. Παίρνουν το λεωφορείο σαν λύση ανάγκης, νιώθουν σα να κάνουν θυσία. Πηγαίνουν σε δημόσιο νοσοκομείο και σιχαίνονται. Ταξιδεύουν με το τρένο και γκρινιάζουν. Ψωνίζουν από τα Lidl και ντρέπονται. Παίρνουν τα ρούχα τους από παζάρια και το κρύβουν. Δεν έχουν λεφτά να βγουν και λένε δικαιολογίες. Αργούν και αγχώνονται να ξεπληρώσουν δάνεια και νιώθουν ένοχοι.

Αηδία. Αηδία. Αηδία. Αηδία. Αηδία. Αηδία.

Δεν έχουν σκεφτεί ποτέ να διεκδικήσουν καλύτερη ζωή. Μόνο να γλείψουν, να ψάξουν τη μια στις χίλιες ευκαιρία, να τους κάτσει η καλή, να πετάξουν μαύρη πέτρα πίσω τους, πίσω στους άλλους 999 που περιμένουν, και να τους δώσουν συμπάθεια μετά, να τους δώσουν κουράγιο, να τους προτρέψουν να ψάξουν κι αυτοί μια τέτοια ευκαιρία, μια τέτοια διέξοδο ώστε να μπορούν μετά να κοροϊδεύουν κι αυτοί με τη σειρά τους.

Τους σιχαίνομαι. Τους φοβάμαι, αλλά τους σιχαίνομαι πιο πολύ. Τους σιχαίνομαι βαθιά βαθιά βαθιά μέσα μου.

Σιχαίνομαι τους φοβιτσιάρηδες.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

http://www.youtube.com/watch?v=bUydnU4pvs4




Δεν υπάρχουν πουθενά αναγκαιότητες, παντού υπάρχουν δυνατότητες. Ο άνθρωπος, ως κύριος των δυνατοτήτων αυτών, είναι αυτός που αποφασίζει για την αξιοποίηση τους. Η άποψη αυτή, με την αναστροφή που συνεπάγεται, βάζει σε πρώτη μοίρα τον άνθρωπο και όχι πλέον τη γη, την επίδραση του κλίματος ή τις καθοριστικές συνθήκες που ισχύουν σε κάθε περιοχή.[1]

Ο σοσιαλισμός σαν εργαλείο ανύψωσης, ο άνθρωπος του στο προσκήνιο.

Αν ο άνθρωπος γεννήθηκε με το χάρισμα της δημιουργικότητας, γιατί πρέπει να το αφήσει να σκουριάσει, γιατί να αφήσει το κοφτερό του μαχαίρι αχρησιμοποίητο αντί να κλέψει από όλους τους φανταστικούς του κόσμους;

Μου φαίνεται πως κανείς δεν περιμένει πια. Γιατί κανείς δεν παίζει κνίφελ πια. Και μαζεύω ζάρια τσάμπα.

Μου φαίνεται πως κανείς δε ρισκάρει. Όχι πια, γενικώς. Πρότεινα περιπέτειες που μόνο τις διαβάζουμε. Και μου απάντησαν πως είναι μόνο για διάβασμα. Και τους ρώτησα αν φοβούνται. Και δεν μου απάντησαν ευθέως. Τους είπα πως κι εγώ φοβάμαι για να καλύψω όλες τις περιπτώσεις. Και πάλι δεν μου απάντησαν.

Πίσω από την ακαταλαβίστικη γλώσσα κρύβεται κάτι πολύ απλό. Ήθελα να ζήσω μια περιπέτεια με παρέα και τελικά θα τη ζήσω μόνος μου. Και μάλλον δεν θα τη ζήσω καν. Ίσως αν περάσει λίγος καιρός να αποφασίσω ότι δεν την ήθελα κιόλας. Αυτό θα μας βολέψει όλους.

Αλλά αυτά δεν έχουν σχέση γιατί εγώ ένα κνίφελ ήθελα να παίξω αλλά το κνίφελ είναι το παιχνίδι αυτών που περιμένουν. Κι εγώ δεν περίμενα τίποτα.

Είπα να κάνω κάτι, γιατί είπα να κάνω κάτι. Και είπα να φτιάξω κάτι επειδή σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο. Αυτό θέλω να κάνω. Να φτιάξω κάτι ωραίο και να χαίρομαι βλέποντας το. Τι είναι το ωραίο; Τι εννοώ; Γιατί δεν εξηγώ; Γιατί είναι κουραστικό αυτό το παραγραφάκι; Μήπως επειδή είμαι κουρασμένος εγώ; Μήπως επειδή είστε κουρασμένοι εσείς; Μήπως επειδή άντε γαμηθείτε; Μήπως επειδή δε διάβασα καλά για αύριο που γράφω ένα κακό μάθημα και το βαριέμαι; Γιατί δε διάβασα; Γιατί έχασε ο ΔΣΕ; Γιατί γράφω πάντα για το ΔΣΕ; Γιατί μ’ αρέσει ο ΔΣΕ; Γιατί δεν σ’ αρέσει εσένα; Θα μπορούσες να διαφωνήσεις μαζί μου και θα μπορούσα να σε σκοτώσω απλά για να απλοποιήσω τα πράγματα. Γιατί είμαι τέτοιος; Γιατί νομίζεις ότι θα γίνω κακός; Γιατί νομίζεις ότι είμαι κακός; Γιατί είμαι κακός; Γιατί σε νοιάζει; Γιατί δε σε νοιάζει; Γιατί δε μ’ αφήνεις ήσυχο; Γιατί μ’ άφησες ήσυχο; Γιατί δε μ’ αφήνω ήσυχο; Γιατί δε σταματάω να ρωτάω; Γιατί δε μου απαντάει κανείς; Γιατί δεν θέλω απάντηση; Γιατί συνεχίζεις να διαβάζεις; Γιατί συνεχίζω να γράφω;

Γιατί βαριέμαι να διαβάσω. Κάποιες φορές είναι τόσο απλό.


[1] L. Febver, Ιστορικός

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Ουδείς αναντικατάστατος λοιπόν



Όλη την ώρα σκέφτομαι την ώρα. Κάνει κρύο και οι λέξεις μου έρχονται συνέχεια στα αγγλικά. Αναγκάζομαι να τις μεταφράζω αλλά πιστεύω όσο γράφω θα μου φύγει αυτό. Νομίζω είναι αποτέλεσμα των πολλών αγγλόφωνων ταινιών που βλέπω, αυτό, το να εκφράζομαι στο κεφάλι μου στα αγγλικά. Θα θυσιάσω λίγη κατανόηση για να καταφέρω λίγη παραπάνω ειλικρίνεια. Κατάλαβες;

Θέλω να βάζω μουσική σε ταινίες. Και γενικά ταινίες. Διάλλειμα. Και συνεχίζω. Πόσο οι ταινίες μοιάζουν με τη ζωή μου. Με τις ζωές μου δηλαδή. Και τώρα έχω 3 κατευθύνσεις να πάρω από αυτή την πρόταση. Φφφφ , ένα ένα.

Η ζωή μοιάζει με τις ταινίες ή οι ταινίες μοιάζουν στο κεφάλι μου με τη ζωή; Τι συμβαίνει πιο πολύ; Το ταξί που μόλις πέρασε περιέχει έναν απόστρατο που περνάει φωτεινές πινακίδες και φιλοσοφεί για το πόσα ανθρώπινα σκουπίδια χωράνε σε μια πόλη; Ή μήπως ο σκηνοθέτης πήρε ένα γραφικό ταξιτζή και τον τράβηξε εκεί που τον ήθελε για να φτιάξει μια ωραία ταινία; Ή και τα δύο; Ή τίποτα εν τέλει; Τίποτα τίποτα τίποτα. Δεν αρκεί αυτή η λέξη για να φτάσει το νόημα που υποτίθεται ότι δηλώνει.

Είμαι φαν του τίποτα. Και του τα πάντα. Των άκρων. Των όλων. Του απόλυτου μηδέν. Του -273 βαθμοί. Νομίζω.

Και πόσες ζωές δηλαδή έχω; Έχω αμέτρητες γιατί δεν είμαι εγώ, είμαι όλοι, και όλοι είναι ένας κι ένας εγώ. Κάθε μέρα, γεννιέμαι με άλλο χρώμα, σε άλλο μέρος, με άλλο όνομα, με τη μαμά μου να πεθαίνει δίπλα μου, με τη μαμά μου να με αγκαλιάζει, άλλες φορές με γιατρούς κοντά μου, άλλες μόνος μου, γεννιέμαι αγόρι, γεννιέμαι κορίτσι, κάποτε τυχαίνει να είμαι και τα δύο, κάποτε τίποτα, βλέπω πρώτα τη θάλασσα, βλέπω πρώτα το βουνό, με αγαπούν, με πετάνε αλλά γεννιέμαι εγώ, μάλλον κανείς δεν καταλαβαίνει ότι είμαι πάντα ο ίδιος, είμαι πάντα το παιδί τους, πάντα μα πάντα το παιδί μου.

Και κάθε μέρα πεθαίνω, άλλες φορές γρήγορα, άλλες αργά, άλλες νιώθω άσχημα και πονάω, άλλες δεν το καταλαβαίνω καν, κάποιες φορές αυτοκτονώ και κάποιες με σκοτώνω, τι ανοησία μου δεν μπορείς να σκοτώσεις τελικά τον εαυτό σου, πεθαίνω και ξαναπεθαίνω και αν κάτι έμαθα είναι ότι δεν υπάρχει μονιμότητα στο θάνατο για κάτι σαν και μένα, γιατί από πολλούς έγινα ένας, και σαν ένας είμαι πολλοί και ποτέ δεν θα πεθάνω, αν στεναχωριέμαι, να μην ανησυχώ, είναι επειδή ακόμα δεν έχω καταλάβει τη φύση μου, ακόμα δεν έχω καταλάβει το κύτταρο που είμαι, το μόριο στην απέραντη ύπαρξη, δεν έχω ανακαλύψει τον απέραντο εαυτό μου, δεν έχω νιώσει την ολότητα μου ακόμα, την ύπαρξη μου σαν κομμάτι μόνο, ποτέ σαν αυτόνομο ον.

Όταν θα μου δώσεις ένα όπλο και με κλείσεις σε ένα δωμάτιο, σε αυτό το δωμάτιο θα έχεις και άλλους 2, έναν που αγαπώ και έναν που δεν ξέρω, όταν με πλησιάσεις και μου πεις να διαλέξω ποιον θα σκοτώσω, πρώτα πρώτα θα αρνηθώ γιατί, κι ας είμαι αθάνατος στην ατομικότητα μου, δεν θα σκότωνα ποτέ τις συνοντότητες μου για καπρίτσιο, δεν μου αρέσει απλά, αλλά εσύ δεν θα με άφηνες, θα με ανάγκαζες να διαλέξω. Τότε από ευγένεια και μόνο θα πυροβολούσα τον εαυτό μου, αλλά μονάχα από ευγένεια, γιατί βλέπεις, η σωστή απάντηση είναι: «Όποιος κι από τους τρεις είναι το ίδιο, χαζέ. Αφού είμαστε το ίδιο».

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Αν ξέχασα κάποιους, συγγνώμη



Έχω μια φίλη που παλιά την έκανα παρέα στ’ αλήθεια μετά όχι και τώρα θέλω να την κάνω και δεν μπορώ και έχω και ένα φίλο που είμαστε φίλοι αλλά δε βλεπόμαστε και έχω μια φίλη που τα χει μ’ ένα φίλο και πιο πριν ήταν φίλοι και έχω και μια φίλη που βάζει μουσική και τη βλέπω που και που και έχω και μια φίλη που μου βάζει μουσική αλλά δεν τη βλέπω και τόσο και έχω και ένα φίλο που έλειπε και τώρα που γύρισε δεν τον είδα και έχω και ένα φίλο που λείπει αλλά τον είδα και έχω και ένα φίλο που τον βλέπω αλλά πιο παλιά τον έβλεπα πιο συχνά και ένα κι ένα φίλο που πάω σπίτι του και έχω και μια φίλη που κάνουμε αγάπες και έχω και μια άλλη φίλη που τη βλέπω σχετικά συχνά και πηγαίνουμε περίπατους και έχω και μια φίλη που θα πάω μεθαύριο σ’ ένα βουνό και τη συμπαθώ πολύ αν και δεν τη βλέπω πολύ και έχω και μια άλλη φίλη που το σπίτι της βρωμάει αλλά οι φιλίες νικάνε τις μυρωδιές και έχω και μια φίλη που τρώγαμε μακ ντόναλντς μαζί παλιά και έχω κι ένα φίλο που για χάρη του πηγαίνω σε άσχημα μέρη και έχω κι ένα φίλο που όπου τον βρίσκω τον κάνω να μη θέλει να με κάνει παρέα κι έχω και κάτι φίλους που όταν τους βλέπω χαίρομαι αλλά δεν ξέρω αν χαίρονται και αυτοί και έχω και ένα δυο φίλους που μένουν μακριά και όταν τους βλέπω χαίρομαι τόσο αλλά αυτοί θα τους έλεγα αδιάφορους σαν φίλους προς εμένα και έχουν και μια φίλη αυτή που εγώ την έχω τόσο φίλη και αυτή δε μ’ έχει αλλά καθόλου δεν την κατηγορώ και έχω κι άλλη φίλη που φωνάζει συνεχώς και άλλο φίλο που τώρα μιλάμε πιο πολύ και έχω και άλλους φίλους, όλοι καλά παιδιά, τους συμπαθώ. Αυτοί δε με συμπαθούνε και τόσο. Μάλλον δεν τους δίνω αρκετή σημασία.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

http://www.youtube.com/watch?v=In2fRySroH8




Τι σου λέει για μένα, τι σου λέει για σένα, τι σου λέει για μας και δε μ’ αγαπάς.

Δυστυχώς είναι χειμώνας και έχω κλείσει τη μπαλκονόπορτα ελπίζοντας μάταια να μην κρυώνω τόσο. Αλλά συνεχίζω να κρυώνω. Ήθελα να είναι ανοιχτή γιατί νιώθω σα να έχω παρέα όταν βλέπω αμάξια να περνάνε απ’ έξω. Και θα ήθελα λίγη παρέα. Αλλά δεν ξέρω τι παρέα. Όλες οι παρέες τώρα θα λέγανε κάτι διαφορετικό από αυτό που λέω εγώ. Και δεν έχω όρεξη να διαφωνήσω. Θέλω παρέα αλλά δε θέλω διαφωνία. Θέλω να ακούμε εκρήξεις στον ουρανό (κιτς το τρικ) και να μη μιλάμε και πολύ, να λέμε μόνο πόσο μόνοι είμαστε και πόσο χάλια είναι και πόσο θα θέλαμε να είμαστε έξω και να κάνουμε κάτι άλλο. Αλλά δεν θα το κάνουμε. Θα κάτσουμε εδώ. Σήμερα είναι από αυτές τις φορές. Υπάρχουν φορές που σηκώνεσαι και πας. Και υπάρχουν φορές που απλά σκέφτεσαι πως θα ήταν αν το έκανες. Απλά έχεις και λίγο ανοιχτή τη μπαλκονόπορτα να βλέπεις έξω.

Θα ήθελα λίγη παρέα αλλά τα καταφέρνω και μόνος μου, αν χρειάζεται. Τα έχω καταφέρει και σε χειρότερα. Και σε καλύτερα. Ο κόσμος μοιάζει να έχει σταματήσει λίγο να προχωρά. Μοιάζει να καθυστερεί. Μοιάζει να παίρνει ανάσα πριν τη μεγάλη βουτιά, να κάνει την προσευχή του πριν ορμήσει μπροστά, στο μέλλον. Ίσως και ο κόσμος να έχει υποκειμενικό χρόνο. Και να καθυστερεί το χρόνο, να προετοιμάζεται για αυτό είναι να έρθει.

Μπορείς να καθυστερήσεις το χρόνο αλλά δεν μπορείς να τον σταματήσεις. Μπορείς να τον σπάσεις σε κομμάτια και να τα μετράς ένα ένα. Μπορείς να τον αραιώσεις, να τον κάνεις να σέρνεται, αλλά δεν μπορείς να τον σταματήσεις. Δεν μπορείς να σταματήσεις το μπροστά. Το προχώρα. Το εμπρός. Όλα είναι μέσα σε κίνηση. Αν σταματήσουν να κινούνται, πεθαίνουν. Είπα πως δεν μπορείς να σταματήσεις το χρόνο και είπα ψέμματα. Μπορείς, απλά δε μπορείς να τον ξανα-ξεκινήσεις. Μπορείς να πεθάνεις, αλλά δεν μπορείς να το πάρεις πίσω μετά. Όλα τα μπορείς εκτός απ’ αυτό.

Ανέκαθεν το ‘χα αυτό. Και δεν θα μιλήσω για την ανθρωπότητα γιατί μου τη σπάει. Θα μιλήσω για μένα. Κι εσύ θα δεις αν μοιάζω αρκετά με άνθρωπο για να μπορείς να κάνεις τους δικούς σου παραλληλισμούς. Σε αφήνω ελεύθερο.

Ανέκαθεν το ‘χα. Μπορώ να σκοτώσω αλλά δεν μπορώ να δώσω ζωή. Γιατί, γιατί, γιατί αυτή η τρύπα; Είναι τρύπα! Τρύπα! Τρύπα στη συμμετρία που θα έπρεπε να έχει ο κόσμος. Έπρεπε να είναι συμμετρικός. Έπρεπε! Μπορώ να κάνω παιδιά αλλά αυτό δε σημαίνει κάτι. Δε δίνω ζωή έτσι, την αναπαράγω. Δεν φτιάχνω από την αρχή, αντιγράφω. Όλα τα όντα αυτό κάνουν. Δεν φτιάχνουν, αναπαράγουν. Είμαστε κακέκτυπα και ατελείς. Μας λείπει αυτή η ιδιότητα για να είμαστε τέλειοι. Μας λείπει η ικανότητα της δημιουργίας. Της αληθινής δημιουργίας. Είμαστε η φυλή που μπορεί μόνο να χαλάει. Που είναι η φυλή που μπορεί να δημιουργεί; Που είναι το άλλο μας μισό;

Ανοησίες. Ανοησίες. Ανοησίες. Θα ήθελα πολύ να υπάρχει κανόνας. Θα ήθελα πολύ να υπάρχει συμμετρία γιατί είναι το μόνο που καταλαβαίνω. Καλά λέει η Ειρήνη, κουτάκια, κουτάκια, κουτάκια. Σκέφτομαι τα πάντα σε κουτιά. Με αδιαπέραστα όρια και χωρίσματα. Από το κουτί νο1 στο κουτί νο4 και μετά στο 178 και μετά στο 3 και μετά, και μετά, και μετά. Κουτιά. Δεν ξεφεύγουν οι σκέψεις από αυτά. Αν δεν έχει λογική, δεν υπάρχει. Απλώνω τα πλοκάμια της λογικής σε μεγάλα μήκη και πλάτη αλλά, παρόλα αυτά, μόνο σε κουτιά. Αν υπάρχει το 1 υπάρχει και το -1. Αντίθετα, συμμετρίες, πρόοδοι, συναρτήσείς, όλα σε μαθηματική μορφή. Πάντα. Αν κάτι δε βγάζει νόημα είναι επειδή δεν έχω δει ολόκληρη την εικόνα ακόμα. Αν έχω δει το θετικό, το αρνητικό κάπου κρύβεται, δεν γίνεται απλά να μην υπάρχει. Αν κάτι αυξάνεται, αυξάνεται σε ρυθμό. Κάποιο ρυθμό, δεν έχει σημασία ποιον. Τίποτα δεν γίνεται τυχαία απλά δεν έχω πιάσει ακόμα το πώς. Αν δε με θέλει η γκόμενα είναι επειδή έγινε αυτό που προκάλεσε αυτό, αν είχε γίνει κάτι διαφορετικό, θα είχε εξελιχθεί διαφορετικά η πραγματικότητα. Αν είχα γράψει καλύτερα στις πανελλήνιες θα ήμουν σε άλλη σχολή και θα έκανα άλλα πράγματα. Αν είχα ανοιχτή τη μπαλκονόπορτα ίσως να μην έγραφα τίποτα απ’ αυτά. Δράση αντίδραση και τα λοιπά. Και πάντα τριάδες τα παραδείγματα. Πάντα.

Κτλ ή κλπ;

Ποιο σε βολεύει;

Θάρρος ή αλήθεια;

Ποιο σε βολεύει;

Ένα ή μείον ένα;

Ποιο σε βολεύει;

Εγώ θα πάρω το άλλο.

Για τη συμμετρία, ξέρεις.