Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018

Θέλω να φωνάξω πως ζω, μα όλο βγαίνουνε ονόματα απ' το στόμα μου. Ζω ή ζούνε μέσα μου; Στο τέλος γράψαμε τα ονόματα και τα πετάξαμε στη θάλασσα. Στο τέλος γράψαμε ο,τι καλύτερο μπορούσαμε.

https://www.youtube.com/watch?v=8T4p0Af-7pM

Μέρος 1ο - Η Αρχή του Τέλους της Γραφής

Αναρωτιέμαι, ποιοι από αυτούς που θα διαβάσουν το παρόν τελευταίο κείμενό μου θα έχουν διαβάσει και το πρώτο; Ποιος από δω θυμάται το "Ο Χάρι Πότερ πέθανε", το μακρινό 2011; Αν και τώρα που γύρισα πίσω να ψάξω, δε θυμάμαι καν που πήγε αυτό το κείμενο. Ποιος θυμάται το προηγούμενο μπλογκ; Τα τότε κείμενα που ήταν τόσο διαφορετικά από τα τωρινά. Και ποιος θα θυμάται αυτό το κείμενο όταν μετά από λίγες μέρες δε θα είναι καν ανεβασμένο;

Έχει όμως και τα καλά του το τελευταίο κείμενο. Τέρμα πια οι συμβιβασμοί, τέρμα τα φίλτρα, τέρμα οι υποχωρήσεις. Αγάπες, γράφω για να τελειώσω κι έτσι γράφω χωρίς τύψεις ή φόβο. Τι κι αν δε γραφτεί καλό; Τι κι αν δε συγκινηθείτε; Τι κι αν δεν είναι πιο έξυπνο από τα προηγούμενα, πιο δυνατό, πιο ενδιαφέρον;

Δεν πειράζει τίποτα πια, είναι το τελευταίο μου κείμενο. Από δω και πέρα θα μιλάμε με άλλους όρους.

Μέρος 2ο - Πληγώνοντας

Ξέρει η Χριστίνα και ήρθε ο καιρός να το μάθετε κι εσείς, όταν κλαίνε μπροστά μου οι κοπέλες μου ερεθίζομαι. Μου αρέσει. Σήμερα όμως δε μ' άρεσε.Ο ΚΒ λέει πως τη δύναμη την έχει αυτός που πονάει. Εγώ λέω πως δεν ξέρω ποιος έχει τη δύναμη αλλά όταν χτυπάω και πονάνε ματώνω κι εγώ. Αλλά ποιος θα με πιστέψει; Ποιος θα πιστέψει πως πληγώνοντας, πληγώνομαι κι εγώ; Κανείς.

Οι αμαρτίες μου έχουν πληρωθεί προκαταβολικά και η πληγωμένη που ταξιδεύει για το σπίτι της ξέρει πολύ καλά, μέσα της βαθειά, πως δεν φτάνουν όλα τα νερά του Ιορδάνη να με ξεπλύνουν. Ξέρει κι άλλα, ξέρει πολλά γιατί είναι καλή, αλίμονο όμως, πότε έφτασε, πότε αρκούσε, πότε ήταν κατάλληλο το να είσαι καλός; Ποτέ.

Για αυτό πληγώθηκε, για αυτό την πλήγωσα, για αυτό κι εγώ θα πληγωθώ. Ποτέ δεν ήταν αρκετό να είναι/είμαι καλή/καλός.

Μέρος 3ο - Η θεά της Γονιμότητας

Ευτυχώς έχεις σταματήσει να διαβάζεις. Δεν ξέρω καν αν όντως σταμάτησες αλλά με βολεύει για να μη χρειαστεί να είμαι ευγενικός. Να μη χρειαστεί να είμαι υπέροχος.

Πόσο ανάγκη έχω αυτό το κενό, αυτό το διάλειμμα. Όμως αυτό έχω ανάγκη ακριβώς. Διάλειμμα. Όχι παύση. Κουράστηκα και θέλω ξεκούραση. Κι εσύ το ίδιο. Μα πόσο εύκολο ήταν όμως να συνηθίσω να τριγυρνάς στα δωμάτιά μου; Ανόητο, το ξέρω, όμως θέλω να σε δω να σκοντάφτεις πάλι στα πεταμένα μου πράγματα.

Ειρωνεύεσαι την αγάπη μου και αποδιώχνεις τη φροντίδα μου και αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι η ύβρη που διαπράττεις με αυτό. Δε φοβάσαι να απορρίπτεις κάτι τόσο δυνατό; Κάτι τόσο όμορφο; Αλλά φυσικά, αν κάποιος μπορεί να το κάνει, είσαι εσύ.

Το ξέρεις πως είμαι σχεδόν καλά; Το ξέρεις πως δε θέλω να με αγγίξει κανείς πια; Το ξέρεις πως με διαλύεις όταν μου τρίβεις την πλάτη; Μέχρι που έχουν φτάσει οι γνώσεις σου για μένα, αναρωτιέμαι. Αναρωτιέμαι πόσα δεν ξέρεις. Αναρωτιέμαι αν θα αντέξεις να τα μάθεις. Αναρωτιέμαι αν ξέρεις πως καταφέρνω να αντέχω τους δικούς μου πόνους. Αναρωτιέμαι αν μαντεύεις τους δικούς μου πόνους.

---
Το όνομά σου; να!
τα πέντε εκείνα αστέρια που θυμίζουνε κεραία.
Η φωνή σου; δες!
το διαμαντένιο τρίγωνο που δείχνει το Νοτιά.
Το σώμα σου; χα!
το δρεπάνι το μεγάλο που σημάδι έχει βάλει το αστέρι του Βορρά.
Και οι σκέψεις σου, το είναι σου;
το φεγγάρι που φωτίζει όταν όλα τ' άλλα σβήνουν.

Τα συστατικά σου είναι όλα εκεί πάνω
μες στο βράδυ φωτεινά και παγωμένα
ατσάλινα σύρματα με παίρνουν απ' το χέρι
και μ' οδηγούν σ' όμορφα μέρη
---

Μέρος Τελευταίο - Το Τέλος της Αρχής της Γραφής

Με συγκρατημένη αισιοδοξία λοιπόν, τελειώνει ο κύκλος μου σε αυτή εδώ την αηδία που ονομάσαμε συντριβάνι της μαλακίας, εεεεε, Σαλμακίας. Πρέπει, όπως μου έμαθε η Δήμητρα, ή τέλος πάντως όπως προσπάθησε να μου εξηγήσει, να μάθω να γράφω για μένα, και άααμα βγαίνει κάτι καλό να το μοιράζομαι. Όχι να τρέφομαι από τις προβολές του μπλογκ, από τα "α, πολύ ωραίο κείμενο Γιώργο" και τα "ουαου, πολύ ωραία φράση αυτή" κλπ κλπ.

Θα ήθελα κάποτε να γράφω ιστορίες που να είναι ωραίο να τις διαβάζει κάποιος. Και να είναι και χρήσιμο. Αλλά πρώτα πρέπει να μάθω να γράφω ιστορίες που να είναι ωραίο να τις γράφω, που να μου είναι χρήσιμο να τις γράφω. Κάποιες φορές το κατάφερα, άλλες όχι.

Επίλογος

Μακάρι να το δεις αυτό που έγραψα εδώ γιατί με βοήθησες πολύ να το σκεφτώ και να το κάνω.

Μακάρι να το δεις κι εσύ που με έκανες να ξεκινήσω όλη αυτή τη μαλακία που τελικά έβγαλε κάποια καλά πράγματα.

Μακάρι να τα καταφέρουμε, ακούς;

Όμως με ευχές και με μακάρι, κανείς δεν πήγε πουθενά.

Τρίτη 24 Ιουλίου 2018

Εν μέσω πυρκαγιών, εμείς το χαβά μας

https://www.youtube.com/watch?v=KAo4svd7IR4

    Όπως συμβαίνει κάποιες φορές το βράδυ, άνοιξε την κουρτίνα της μπαλκονόπορτας για να εισβάλει στο χώρο ο δρόμος. Θέλησε να σχολιάσει τι θα λένε οι απέναντι για τη φιγούρα, σκυμμένη πάνω από μια οθόνη, να κουνά χέρια, κάποιες φορές πόδια και να κοιτάει αποχαυνωμένη το κενό. Δεν το έκανε.

    Είχε βάλει μουσική, και όχι πως δεν του άρεσε πολύ η σιωπή, του άρεσε. Όμως του άρεσε πιο πολύ η μουσική. Και τώρα άκουγε κάτι ενδιαφέρον. Όπως και ζούσε κάτι ενδιαφέρον. Άφησε λίγο την οθόνη και κοίταξε έξω, το δρόμο. Ψέμματα. Δεν άφησε ποτέ την οθόνη από τα μάτια του. Το μυαλό του όμως; Α, αυτό ήταν μια άλλη ιστορία. Αυτό, τα βράδια, όταν άκουγε κάτι ενδιαφέρον και ήταν αργά ώστε να ξεχωρίζει τα οχήματα από τον ήχο, μηχανή, αυτοκίνητο, σκουπιδιάρικο, μηχανή, δεν άφηνε το δρόμο από τα μάτια του. Κοιτούσε την οθόνη γιατί δε χρειαζόταν μάτια για να δει την πόλη. Τις νύχτες με σωστή μουσική η εικόνα των δρόμων και της ποτέ έρημης και συνάμα έρημης πόλης ήταν αποτυπωμένα στο μυαλό του όπως μένει να προβάλλεται ένα δυνατό φως ακόμα κι όταν κλείσεις τα μάτια.

    Και δεν ξέρω αν το προσέχετε, αν κοιτάξεις ένα δυνατό φως πολύ ώρα και μετά κλείσεις τα μάτια, μέσα σε λίγη ώρα το φως μεταλλάσσεται, γίνεται πράσινο, ανοίγει, αναβοσβήνει, αλλάζει θέση, αποσυντονίζεται, λιώνει, γεννά άλλα. Έτσι κι η πόλη. Άμα την κοιτάξεις πολύ ώρα, μεταλλάσσεται.

    Όμως λέγαμε για τον τρωγλοδύτη που κάθεται σε ένα δωμάτιο με μπαλκονόπορτα. Πριν λίγο σκεφτόταν το σεξ. Πριν απ' αυτό σκεφτόταν τη θεά της των σπαρτών. Τώρα σκέφτεται την πόλη. Είναι κουρασμένος από τον αστικό ιστό. Από τους δρόμους που ξέρει αλλά πιο πολύ από αυτούς που δεν ξέρει. Βαρέθηκε, τον άκουσαν να λέει πριν κάτι μέρες, την πόλη. Ανοησίες, αν ρωτάτε εμένα.

    Τώρα θα σηκωθεί, θα τριγυρίσει να ξεπιαστεί, θα πάει να πιει νερό, θα φάει ίσως κάτι, θα ξανακάτσει. Δεν έχει δουλειά αύριο. Τι σκέφτεται; Με τι χάνει τον καιρό του; Θέλει να δημιουργήσει και δεν ξέρει τι; Θέλει να αλλάξει και δεν ξέρει πως. Θέλει να κάνει σεξ και να παίξει μπάλα γιατί αυτά κάνει καλά. Αυτά και να κουβαλάει. Και να μιλάει πολύ. Όχι και τα πιο χρήσιμα προσόντα. Όχι και οι πιο ενδιαφέρουσες πληροφορίες.

    Γερνά ο τρωγλοδύτης και κουράζεται πιο εύκολα πλέον. Δεν κοιτάει απ' το παράθυρο γιατί ξέρει ακριβώς τι θα δει. Επανάληψη και βαρεμάρα, θα πει κανείς. Δε διαφωνώ. Με κουράζει κι εμένα κάποιες φορές. Είναι πίσω, έχει μείνει πίσω. Περιμένει να αλλάξουν οι εποχές αλλά μάλλον και να αλλάξουν, δε θα το καταλάβει.

    Θα τον σκοτώσω. Και μετά θα διαβάσω τρία τέσσερα βιβλία για το τι πρέπει να κάνω για να τον αναστήσω. Και θα τον αναστήσω. Και θα είναι μπροστά αυτός που θα σηκωθεί από τον τάφο. Μπροστά όπως πάντα. Μπροστά όπως πρέπει.

    Δεν είμαι αυτός που του αρέσουν οι υποσχέσεις. Κι έτσι δεν υπόσχομαι τίποτα. Λέω απλά τι σκοπεύω να κάνω.

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

"είναι ικανός να σκοτώσει απλώς και μόνο για να απλοποιήσει τα πράγματα"

θα αφήσω εδώ τα συναισθήματα μου για να τ' απορροφήσεις όπως και όποτε θέλεις

από εδώ σου είναι πιο εύκολο ε; έτσι φαντάζομαι. άλλες φορές φαντάζομαι πως δεν τα θες, άλλες ότι σε κουράζουν, άλλες ότι τα σιχαίνεσαι, άλλες ότι τα περιγελάς.

αλλά τι νόημα έχει να σκέφτομαι τέτοια πράγματα; ας πούμε οτι τα θες

https://www.youtube.com/watch?v=KTUPBaO3Fwc

κι έτσι πάλι εδώ, να ακούω τα τραγούδια που μου στέλνεις κατά καιρούς και να μη μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, η σκιά μου έρχεται μπροστά μου και μετά εξαφανίζεται

και έρχεται μπροστά μου και μετά εξαφανίζεται

και έρχεται μπροστά μου και μετά εξαφανίζεται

και στο ποδήλατο μεθυσμένος θυμάμαι το τραγούδι σου και το χορό σου και το βλέμμα σου, ειδικά το βλέμμα σου όταν ολοκλήρωνες τις 1 2 φιγούρες που έκανες, που γυρνούσες να δεις αν σε κοιτώ, δεν ξέρω από τι, από ματαιοδοξία; από περιέργεια; από ανασφάλεια;

εγώ προτιμώ να σκέφτομαι οτι ήθελες να σε κοιτώ, κι έτσι σε κοιτούσα αχόρταγα να κινείσαι, να υπάρχεις, να διαφεντεύεις

έτρεχα στο ποδήλατο μεθυσμένος και άφηνα τα σάλια μου να τρέχουν γιατί είχα λαχανιάσει και δεν πρόφταινα να κλείσω το στόμα μου και έτρεχε το σάλιο στο σαγόνι μου κι εγώ λαχάνιαζα από τις ανηφόρες και τη σκέψη σου

και τελικά κατέληξα να σε σκέφτομαι, να λαχανιάζω και να μου τρέχουν τα σάλια

---αυτό κράτα από σήμερα, σε σκέφτομαι και μου τρέχουν τα σάλια---

τα σκούπισα προτού φτάσω σπίτι
και ξαναβρήκα την ανάσα μου πριν βάλω τα κλειδιά στην πόρτα
όμως νιώθω ακόμα την ανάγκη να σ' ακούσω να τραγουδάς
την ανάγκη να σε δω να χορεύεις
την ανάγκη να σ' ακούσω να μου λες να σε κοιτάξω

ξέρω πως θυμάσαι
γιατί θυμάμαι κι εγώ

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2018

Δεν θα ντραπώ, έχω ευθύνη όταν νιώθω. Το ίδιο κι εσύ.

Καθώς

γυρνάνε στο μυαλό μου τα τραγούδια που θα πρέπει να βάλω το βράδυ, ή αύριο το βράδυ

και

ακούω όμως άλλη μουσική, τρυπώντας μυαλό φτάνει στην καρδιά, σαν ξίφος που μπαίνει από την κορυφή του κεφαλιού, περνά από τον εγκέφαλο, πνίγει το λαιμό και φτάνει στο παλλόμενο όργανό μου

και

ξυπνάω αλαφιασμένος λίγο πριν το ξίφος, λίγο πριν τις μελωδίες, πάλι ήσουν εσύ και ξέρασε η καρδιά μου από το άγχος και τον πόνο, από τις συσπάσεις

και

θα έβαζα τα κλάματα αλλά δεν κοιμόμουν μόνος, και θα χτύπαγα το κεφάλι μου στον τοίχο αλλά δεν ήμουν μόνος

και

παρόλα αυτά τα δάχτυλά μου κάνουν αυτά που πρέπει, πιάνουν νερό, ρίχνουν ματιές, ξύνουν πληγές

και τελικά

κάνω αυτό που μου ζητούν, παραμένω ζωντανός κι ας με έβαλε σε σκέψεις η Ν., ή μάλλον αυτό που μου είπε, δες, κάποιος κάπου κάποτε, ένας εδώ κοντά πρόσφατα, είπε να κάνει το λογικό άλμα από τη ζωή στη μη ζωή, γιατί ο θάνατος δεν είναι κατάσταση, και το σάουντρακ του λίμπο με τα τρεχούμενα νερά με προσκαλεί σε μια μη ζωή (ημιζωή;) αλλά δεν ξεγελώ κανέναν

αυτό που κάποιοι τολμούν γεμάτοι θάρρος και απόγνωση εγώ δεν θα τολμήσω ποτέ να το κάνω. Άραγε θα υπάρχουνε μύγες εκεί; Άραγε θα υπάρχουν αναμνήσεις; Στα κρεβάτια του νοσοκομείου που αναρρώνουν αυτοί που αποτύχανε, θα υπάρχουνε εκεί άνθρωποι σαν και σένα;

Δε θέλω ούτε ταξίδια, ούτε καλοκαίρια, ούτε ήλιο, ούτε θάλασσα.

Θέλω να σε πίνω όταν διψάω,
να σε δαγκώνω όταν πεινάω,
να σε γαμάω όταν καβλώνω,
να σ' ανταμώνω όταν μου λείπεις.

Θέλω να με έχεις του χεριού σου όταν σ' αφήνω.
Και να με νιώθεις σαν με φτύνεις.
Κι όταν τελειώσει επιτέλους η ιστορία μας.
Να πούμε πως τη ζήσαμε ολόκληρη.

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Όσο τα σκέφτομαι αυτά πεθαίνω

Ήταν με το ποδήλατό του και φορούσε ακουστικά. Πήγαινε προς το σπίτι και ήταν πολύ αργά το βράδυ. Ένα αμάξι που πέρασε δίπλα του γκαζωμένο τον τρόμαξε, έπεσε σε μια μεγάλη λακκούβα του δρόμου και σωριάστηκε στο δρόμο. Το επόμενο αμάξι, επίσης γκαζωμένο, πέρασε πάνω από την κοιλιά του και συνέθλιψε πολλά από τα όργανά του. Στα ακουστικά έπαιζε ακόμα αυτό το τραγούδι που κάτι λέει για κάποιον που θα πεθάνει σε ένα μέρος όπου κανείς δεν θα ξέρει το όνομά του. Σκέφτεται πως είναι ειρωνικό να τραγουδάει αυτό το τραγούδι τόσα χρόνια και ξαφνικά να πεθαίνει στα Πατήσια, όπου κανείς δεν ξέρει όντως τ' όνομά του. Σκέφτεται επίσης ότι πρέπει να σταματήσει τη μουσική και να τηλεφωνήσει σε κάποιον μήπως και τη γλυτώσει. Σκέφτεται ότι αν πρόσεχε παραπάνω, μπορεί να μην έπεφτε στη λακκούβα ή μπορεί να έβγαινε χωρίς να πέσει. Σκέφτεται οτι αποκλείεται να πεθάνει γιατί στη Λιοσίων περνάει κόσμος, ακόμα και στις 3 το βράδυ τις καθημερινές. Σκέφτεται ότι αποκλείεται να πεθάνει γιατί αύριο είναι Πέμπτη και έχει πει να κάνει κάτι με τους φίλους του. Σκέφτεται ότι έχει πει να πάει διακοπές με τη φίλη του που θέλει τόσο πολύ να πάει. Σκέφτεται ότι η μάνα του του τηγάνισε πατάτες και πρέπει να τις φάει γιατί η μάνα του θα στεναχωρηθεί. Σκέφτεται ότι θα ήθελε να έχει παρέα, σε κάποιον να γκρινιάξει για το πόσο πονάει και πόσο δύσκολα θα περάσει στο νοσοκομείο.

Όσο τα σκέφτεται αυτά πεθαίνει.

Την επόμενη ημέρα οι φίλοι του βγαίνουν, οι πατάτες πετιούνται, κανένα εισιτήριο δεν κλείνει για κυκλαδίτικο νησί και τελικά κάποια σχέδια επαληθεύονται, κάποια ακυρώνονται.

Και δυο λόγια για τη συντροφικότητα. Που σημαίνει να ζεις κομμάτια της ζωής σου μαζί με τον άλλον. Που σημαίνει πως πρέπει με ένα μαγικό τρόπο, πράγματα που συμβαίνουν σε μια ζωή να επηρεάζουν δύο (ή παραπάνω). Που σημαίνει ότι 2 άνθρωποι (ή και παραπάνω) αντιμετωπίζουν την ίδια κατάσταση.

Συντροφικότητα = εξάρτηση;
Συντροφικότητα = πολυμορφία;
Συντροφικότητα = καθυστέρηση;
Ατομικότητα = ανεξαρτησία;
Ατομικότητα = ελευθερία;
Ατομικότητα = αυτάρκεια;
Συντροφικότητα (για 2 άτομα) = ανεξαρτησία + ανεξαρτησία =  ελευθερία + ελευθερία = αυτάρκεια + αυτάρκεια (για παραπάνω, παραπάνω)

Συντροφικότητα, ο πολλαπλασιαστής της ελευθερίας μου.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

Θα είναι ήδη όμως αργά γιατί θα έχουν χαθεί τόσα, από μια μόλυνση, από τη μόδα, από μια ισχυρή δόση (αλλά όχι αρκετή, ούτε καν αρκετή)

https://www.youtube.com/watch?v=OLBdB5wIopY

το καλοκαίρι μου είναι
όταν περπάτησα ξυπόλητος από Ροτόντα σπίτι
με ένα σουβλάκι στο χέρι
και τα γυαλιά του δρόμου δε μου έκοψαν το πόδι

ακόμα
είναι σταλιές σταλιές αίμα
στα λευκά πλακάκια ενός σπιτιού γεμάτου νερό
που τα αγόρια ψάχνανε φιλιά
και τα κορίτσια το ίδιο
κι εγώ με τα πόδια γυμνά
απολάμβανα το τσούξιμο του βρώμικου πατώματος στα κομμένα μου ακροδάχτυλα

το καλοκαίρι πρέπει να κάνεις πράγματα που δεν κάνεις τον υπόλοιπο χρόνο
να βγάζεις τη μπλούζα σου σε άκυρα μέρη
να μη φοράς παπούτσια σε μέρη που πρέπει να φοράς
να μιλάς σε αγνώστους επειδή είναι όλοι λίγο πιο φιλικοί
το καλοκαίρι
είναι για να πας σε νέα μέρη
και να ξαπλώσεις σε νέα κρεβάτια
και να ακούσεις νέες φωνές

εγώ βαριέμαι όμως
και η διάθεσή μου αλλάζει ανά 5λεπτο
βαριέμαι και το καλοκαίρι και τα καινούργια του πράγματα
και βαριέμαι να πρέπει να λέω μόνο ενδιαφέροντα πράγματα
και βαριέμαι να δείχνω ενδιαφέρων τύπος
και να μιλάω έξυπνα
και να μοιάζω κουλ
και να δείχνω αυτάρκης και δυνατός

βαριέμαι να κάνω τόσα μόνο και μόνο για να μη βαριέσαι
και να μην τα καταφέρνω κιόλας

προτιμώ το καλοκαίρι να ακούω στέρεο νόβα
που ταιριάζουν κιόλας
και να περπατάω ξυπόλητος
και να μεθάω και να μπαίνω σε πάρτυ ακάλεστος
και να βλέπω σειρές
και να ανοίγω ερκοντίσιον γιατί ζεσταίνομαι φρικτά

και αμα φαίνομαι ωραίος τύπος καλώς
αν όχι
μπορείς να πας να γαμηθείς

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Τσάμπα μου σηκώνεται αφού δεν είσαι σε απόσταση αγγίγματος

Και ξανά δεν μπορώ να κοιμηθώ και παίζω στον υπολογιστή
και περιμένω να νυστάξω αρκετά ώστε να μην έχει σημασία τι θα σκέφτομαι μόλις κλείσω τα μάτια
και δεν μπορώ να πάρω κάποιο υπνωτικό γιατί θέλω να κοιμάμαι ήσυχος
η μόνη λύση που με κοιμίζει είναι να την παίξω
όμως δεν μπορώ να την παίξω καθόλου εύκολα τελευταία
που είναι φυσικό αν το καλοσκεφτείς

δεν μπορώ να σε φαντασιωθώ γιατί είμαστε κολλημένοι
και δεν μπορώ να φαντασιωθώ καμία άλλη γιατί θέλω εσένα
όποτε προσπαθώ να σκεφτώ άλλες στιγμές
τσουπ! να σου η φίλη, θα περάσει να πει ένα γεια
και μετά φυσικά, καληνύχτα

ή εσύ ή κανείς

που και που κάνω την υπέρβαση και κοιμάμαι
και που και που κάνω την υπέρβαση και χύνω
αλλά η αλήθεια είναι πως δεν ευχαριστιέμαι τίποτα από τα δύο αυτές τις μέρες

πληρώνω την ανυπομονησία μου
πληρώνω την ανωριμότητά μου
πληρώνω την ανοησία μου
και δεν κοιμάμαι

Δεν έχω χειρότερο, να ξέρετε.

Μια μέρα θα καθίσουμε στη βεράντα ενός εξοχικού με θέα τη θάλασσα
και θα βασιλεύει η ηρεμία
μέσα μας κι απ' έξω
-η ηρεμία πριν την καταιγίδα-
μα δε θα μας πειράζει που θα βρέχει
θα είμαστε ήδη υγροί

απόψε έχω κάβλες φουλ (δεν ξέρω αν φαίνεται)
και δεν έχω καμία όρεξη να προσπαθήσω να μη σε σκέφτομαι
οπότε όλες μου οι φαντασιώσεις είναι αφιερωμένες εξαιρετικά

μια νύχτα σαν κι αυτή
θα πηδηχτούμε όπως πρέπει
έχε πίστη στο δίκιο του αγώνα
μια
δυο
τρεις
στο τέλος θα κερδίσουμε

https://www.youtube.com/watch?v=EExyhURcYO0

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Σ' ένα ξέφωτο τελειώνει το ταξίδι και δεν κρατάει για πάντα

https://www.youtube.com/watch?v=V5YOhcAof8I

1)
Και μια μέρα ήταν πρωί, 8 το πρωί, και με άφησε η μαμά μου έξω από τη σχολή. Και πριν μπω μέσα, αφού έφυγε η μαμά μου, κάθισα στο πεζούλι. Και είχα πολλά μαθήματα, ήταν το 9ωρο της Δευτέρας. Πριν αποφασίσω να μπω στη σχολή, κανείς δεν είχε έρθει ακόμα, έβγαλα ένα σφυρί από την τσάντα μου και άρχισα να κοπανάω τον αριστερό μου καρπό. Και μετά τα πρώτα πέντε χτυπήματα έσπασε ο καρπός μου, και μετά τα δέκα πρώτα χτυπήματα διαλύθηκε και θρυμματίστηκαν τα κόκκαλα. Και μετά τα είκοσι χτυπήματα είχε λιώσει το δέρμα, είχαν διαλυθεί τα αγγεία και το σφυρί χτυπούσε μόνο το τσιμέντο στο πεζούλι. Σχεδόν ακούω τα χτυπήματα. Και μετά σηκώθηκα, έβαλα το σφυρί στην τσάντα, πέταξα το κομμένο χέρι και μπήκα για μάθημα.

Αργά το απόγευμα που σχόλασα με περίμενε η γραμματέας της σχολής. "Περίμενε" μου είπε. Περίμενα αλλά νύσταζα, ήθελα να πάω σπίτι και με πονούσε και το μέλος που μου έλειπε. Εκείνη μου έπιασε τις κρεμάμενες ίνες και τα σπασμένα αγγεία. "Ορίστε" μου είπε, και μου έδωσε καινούργιο. "Είναι μακριά;" τη ρώτησα. "Πολλά χιλιόμετρα" μου είπε και στεναχωρήθηκε. "Τόσα πολλά χιλιόμετρα".

2)
Και μια μέρα περίμενα το λεωφορείο να γυρίσω από τη δουλειά. Και ήταν καλοκαίρι και ζεσταινόμουν αλλά ευτυχώς είχα σχολάσει βράδυ και αντεχόταν. Και πονούσε η μέση μου αλλά δεν με πείραζε, είχα κάνει αυτό που έπρεπε. Και στη στάση που δεν έγραφε ακόμα τότε τα λεπτά, ξάπλωσα στο παγκάκι. Και έβγαλα από την τσάντα μου ένα σκεπάρνι. Και με την κοφτερή άκρη άρχισα να κοπανάω το αριστερό μου πόδι, ακριβώς κάτω από το γόνατο. Και με το πρώτο χτύπημα συντρίφτηκε το καλάμι μου και το πόδι μου αχρηστεύτηκε. Και με το δεύτερο κόπηκε το πρώτο κόκκαλο. Και με το πέμπτο ξεκόλλησαν και οι τελευταίες κυτταρικές επαφές και έμεινε η χοντρή μου γάμπα στο παγκάκι. Και ανακάθισα και έβαλα το σκεπάρνι στην τσάντα μου. Και σηκώθηκα στο ένα πόδι και πέταξα το μισό μου πόδι σε ένα οικόπεδο δίπλα. Και ήρθε το λεωφορείο και μπήκα.

Μόλις έφτασε το λεωφορείο σπίτι και κατέβηκα, βρήκα τον φίλο μου από τη δουλειά, είχε ρεπό και δεν τον είχα βρει. Με κουτσό τον πλησίασα. "Που πας;" τον ρώτησα; "Σε περίμενα" μου είπε. "Γιατί;" απόρησα. Εκείνος με κράτησε από τους ώμους για να μην πέσω και έσκυψε στο πόδι μου. "Ορίστε" μου είπε. Και στάθηκα ξανά. "Είναι μακριά ακόμα;" τον ρώτησα. Εκείνος έφευγε προς τη Θηβών και στάθηκε. "Πολλά χιλιόμετρα. Έχεις ακόμα τόσα πολλά χιλιόμετρα".

3)
Και μια άλλη μέρα έκανα ποδήλατο και σταμάτησα στις γραμμές τους τρένου στις τρεις γέφυρες. Και έφευγε ένα τρένο που θυμόμουν πως ήθελα να μπω αλλά δε μπήκα. Και είχα φέρει κοτοπουλάδες να φάω και περίμενα γιατί ήξερα πως φεύγει στις 12 το τρένο και θα περνούσε από κει. Και είχα φάει 2-3 μπουκιές και πέρασε το τρένο και, τι παράξενο, ήταν όπως όλα τα υπόλοιπα τρένα. Και μόλις τελείωσε το σάντουιτς κάθισα στη μάντρα που χωρίζει τις γραμμές από τον υπόλοιπο κόσμο. Και άνοιξα την τσάντα μου και έβγαλα ένα κατσαβίδι, σταυροκατσάβιδο. Και με το δεξί μου χέρι άρχισα να καρφώνω το κατσαβίδι στο στήθος μου. Και στο πρώτο χτύπημα σκόνταψε το μέταλλο στο θώρακά μου και πόνεσε το χέρι μου. Και στο δεύτερο έσπασε το στέρνο και πέρασε μέσα αλλά δε χτύπησε τα όργανα. Και στο πέμπτο είχε γίνει σμπαράλια η καρδιά μου. Και στο δέκατο είχαν γεμίσει αίμα οι πνεύμονές μου. Και μετά ανέβηκα στο ποδήλατο στάζοντας αίμα στο σίδερο και έφυγα.

Δεν πήγα σπίτι γιατί δεν ήθελα, πήγα Σεπόλια που έμενα μια φίλη μου. Και μόλις μπήκα εκείνη μου φώναξε γιατί έσταζα αίμα και είχε σφουγγαρίσει. "Μην πατάς πουθενά, απλά κάτσε στην καρέκλα στο πισί" φώναξε. Κάθισα και δεν έλεγα τίποτα, είχε φουσκώσει ο λαιμός μου απ' το αίμα. Εκείνη το κατάλαβε και "μπες φβ" μου είπε. "Θέλω να σου δείξω τις φωτογραφίες από το καλοκαίρι". Μπήκα κι εκείνη ήρθε από πάνω μου και μου έπιασε τις τρίχες στο στήθος. "Περίμενε" μου είπε. Και μετά κατάφερα και μίλησα ξανά και έκλεισαν οι τρύπες από το κατσαβίδι και μπήκε αέρα πάλι στο στήθος μου και φούσκωσε ξανά. "Είναι μακριά;" τη ρώτησα. "Πολλά χιλιόμετρα, πολλά χιλιόμετρα ακόμα".



Και τελικά πλησίασα και μου έμειναν λίγα χιλιόμετρα ακόμα. Και στη διαδρομή που και που, κόβω κομμάτια μου και τα αφήνω. Και μπορεί να τα βρεις σε κάδους, σε οικόπεδα, σε γραμμές τρένου, σε άλλες πόλεις, σε μαγαζιά, σε ξένα σπίτια, σε μετρό και λεωφορεία, παντού. Και πάντα κάποιος θα βρεθεί να μου βγάλει καινούργια. Και ναι, δεν είναι ίδια όπως αυτά που έκοψα και πέταξα, και ίσως η απώλεια του αίματος να μην συμπληρώνεται ολόκληρη. Και ίσως να μη μπορώ να κάνω όλα αυτά τα χιλιόμετρα. Κάποιος κάπου πάντα βρίσκεται και μου δίνει χέρι, μου δίνει πόδι, μου δίνει ανάσα, μου δίνει αίμα. Και εγώ τα παίρνω και συνεχίζω. Συνεχίζω αλλά δε μπορώ και ρωτάω. "Είναι μακριά;". Και πάντα μου λες "Πολλά χιλιόμετρα". "Τόσα πολλά χιλιόμετρα ακόμα".

"Θες να τα κάνουμε μαζί;" τόλμησα κάποτε να σε ρωτήσω
και ακόμα περιμένω τη στιγμή που δε θα αφήσω κανένα κομμάτι μου πίσω









Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

Μικρές εξομολογήσεις για ανθρώπους που πεθαίνουν

Ο φόβος φυλάει τα έρημα. Δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει αυτό αλλά δε θα κουραστώ προσπαθώντας να το αναλύσω. Μου αρέσουν οι λέξεις φόβος, φυλάει και έρημα. Νομίζω οτι είναι σημαντική μια φράση επειδή μιλάει για το φόβο, για τη φροντίδα και για τη μοναξιά. Μέχρι εκεί φτάνει η (τελικά πολύ πολύ μικρή) νοημοσύνη μου.

Σταμάτησα να διαβαζω την Κ καιρό, δεν είμαι σίγουρος γιατί. Φαντάζομαι γιατί ποτέ δεν έγραφε για μένα. Όταν ο άλλος βγάζει τα σώψυχά του και αυτά δε μιλάνε για σένα ενώ εσύ θες να μιλάνε για σένα, τότε σταματάς να διαβάζεις. Κάθε κειμενάκι για άλλον άνθρωπο που θα ήθελες τη θέση του είναι πληγή. Βέβαια πάει, αυτό πέρασε όντως (ευτυχώς), όμως δες, δες πόσο λίγο καταφέρνω να αστυνομεύσω τον εαυτό μου, πόσο λίγο καταφέρνω να νιώθω τα σωστά πράγματα με την κατάλληλη ένταση.

Από την άλλη, σπάνια κοιτάω αγόρια στα μάτια γιατί τα αγόρια μου φαίνονται τόσο μη καβλωτικά. Δε με νοιάζει να με αγγίξουν ή να με αγαπήσουν, θέλω να με σέβονται (ενίοτε να με φοβούνται) και να με εκτιμούν. Όχι όμως να με χαϊδεύουν, νιώθω πως χάνω το χρόνο μου. Τα αγόρια έχουν μια πολύ ειδική θέση στη ζωή μου, τα αγαπώ, τα εκτιμώ και τα φοβάμαι, όχι μόνο γιατί μπορεί να με δείρουν (αν και δε μπορούν όλα) αλλά γιατί είναι ανταγωνιστές μου στην αιώνια πάλη για  ξ ε χ ώ ρ ι σ μ α. Μισώ τους αντίθετους γιατί δε με θέλουν, μισώ τους ίδιους γιατί μου κλέβουν τα κορίτσια. Αλλά τελικά μάλλον δε μισώ κανέναν. Μάλλον.

Έμαθα πως φεύγεις και λυπήθηκα. Κι ας είπες πως θα φύγεις σε πολύ καιρό. Τι ανοησία να ανησυχώ για κάτι που τότε μάλλον δε θα έχει σημασία. Κάθε πράγμα στον καιρό του, εγώ πάντα αυτό έλεγα. Ίσως για αυτό ποτέ δεν ήμουν προετοιμασμένος σωστά. Όταν θα φύγεις ή δε θα με νοιάξει ή θα σου ζητήσω να μείνεις. Γιατί πάντα είμαι της υπερβολής βλέπεις και δεν πάει αλλιώς. Αλλά νομίζω θα με καταλάβεις, και όταν μου μιλήσεις ειλικρινά και με το ζεν σου ύφος, θα καταλάβω κι εγώ. Την ακούω ξέρετε, όταν μου μιλάει, την ακούω σαν να μην υπάρχει άλλος ήχος στον κόσμο.

Τέλος, διάβασα ένα άλλο κειμενάκι που είπε πως σέρνουμε τα πτώματά μας απο δω κι από κει. Δεν ξέρω αν ισχύει αλλά ήταν ωραία φράση, δυνατή. Μου άρεσε η σκέψη οτι έχουμε πεθάνει από καιρό, και παρόλα αυτά, με τη θέληση για ζωή, τη θέληση να ρουφήξουμε ζωή από κάποιον άλλον (για αυτό δεν πάμε κι ερωτευόμαστε;), τελικά σέρνουμε σαπιζόμενα κουφάρια από δω κι από κει και το μόνο που κρατάει όρθια τη στάση μας και δε σωριαζόμαστε είναι η έλξη για κάτι άλλο. Νεκροί κομήτες που ταξιδεύουν στο διάστημα και η βαρύτητα από τα άλλα ουράνια σώματα, κάποια ζωντανά και κάποια νεκρά, μας τραβάει και μας αλλάζει την τροχιά έως ότου κάποτε πέσουμε με φωτιά ή με σιωπή στην επιφάνεια κάποιου πλανήτη και γίνουμε επιτέλουν σκόνη, συσσωμάτωμα με τους άλλους νεκρούς κομήτες που τσακίστηκαν πριν από μας.


Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

Μια μέρα στο νησί

https://www.youtube.com/watch?v=8T4p0Af-7pM

Και κάποτε ήρθε η ώρα που έπρεπε να φύγουμε. Και η θάλασσα δεν ακουγόταν μετά απο μερικά χιλιόμετρα. Και γύρισα να σε κοιτάξω, να δω αν θα σου έλειπε ο ήχος της θάλασσας. Κι εσύ έκλαιγες. Μετά γυρίσαμε μπροστά. Να προχωρήσουμε.

"Να προχωρήσουμε" φωνάξανε τα πόδια μας. Και να! Μπροστά ξανά, με τα πόδια, με τα μάτια, με τη σκέψη. Μπροστά με την καρδιά μας. "Πάντα μπροστά!" αναφώνησες και σε κοίταξα με συγκίνηση, πως γίνεται να λες τα σωστά πράγματα τη σωστή στιγμή;

Ύστερα ο χωματόδρομος απέκτησε μπαλώματα ασφάλτου, ύστερα έφυγε και το χώμα - πρώτα μας έφυγε το νερό, ύστερα το χώμα. Άσφαλτος και στέρεο βήμα. Στερέψανε τα δάκρυα που χάσαμε τη θάλασσα. Και μεγάλωσε η καρδιά μας γιατί μεταβόλισε την απώλεια. Και άφησε ένα ακόμα μικρό μικρό στρώμα λίπους στα χοντροπετσιά μας.

"Όταν μου φαίνεται οτι πετάω, νιώθω να πετάω. Και τρέχω όταν με προστάζει η καρδιά μου να τρέξω" σου είπα και γύρισα να δω στο βλέμμα σου αν πια καταλαβαίνεις τα ασυνάρτητά μου αποφθέγματα. Όμως δε σ' ένοιαζε, είχες χαθεί στο τοπίο, στον αέρα, στη μυρωδιά του φρέσκου αέρα που δε μυρίζει αλλά ταυτόχρονα μυρίζει τόσο έντονα. Κι ήσουν χαμένη στο τοπίο που διασχίζαμε μαζί. Και τελικά στ' αρχίδια μου αν έπιασες την χαζή αναφορά μου. Ήσουν χαμένη κι ευτυχισμένη στη φύση, ήσουν εκεί που θα 'πρεπε να είσαι. Και με μια συναισθηματική μύτη, παπαγάλου κι αυτή, μύρισα σε για να δω πως μυρίζεις όταν χάνεσαι. Και δε μύριζες όμως ταυτοχρονα μύριζες τόσο έντονα.

Περάσανε μέρες στο νησί και άλλες φορές μιλούσαμε, άλλες όχι. Τα φρύδια σου ανασηκώνονταν τακτικά, κάθε φορά που γέμιζε το βλέμμα σου με ορίζοντα. Εγώ ήμουν πεζός, δε συγκινούμουν με πλαγιές, αναβαθμίδες και γαλάζιο. Μονάχα όταν δεν κοίταζες, βούρκωνα πίσω από τις στροφές του δρόμου, ίσα μέχρι για να στρίψω και με δεις, γιατί με περίμενες. Κι όταν σε έφτανα ρωτούσες: "Γιώργο, καλά;"

Πως να εξηγήσω; Πότε, αναρωτήθηκα, θα καταφέρω να εξηγήσω στα βουνά, στη θάλασσα, στους χωματόδρομους, στα δέντρα και τα ζώα, γιατί κλαίω σε κάθε γύρισμα του δρόμου. Πότε θα εξηγήσω καθαρά, πως δεν σου κρύβομαι και δακρύζω στις στροφές από μια θλίψη αμυδρή. Πως νιώθω και τη θλίψη. Πως νιώθω και την απώλεια. Μαζί με αυτά, α, αγαπημένη μου συνταξιδιώτισσα. Τι πάει μαζί με αυτά, πως θα σου εξηγήσω;

Πως να εξηγήσω τα υγρά που αναβλύζουν από μέσα μου; Γεμάτα μέλι και αλάτι. Έχουν μια γεύση που κάνει να πονάει το σαγόνι σου πίσω πίσω. Ρουφάς το σάλιο και σκουπίζεις τα δάκρυα, όμως τρέχουν. Μια μέρα, στο νησί, απόγευμα, ακούστηκε σε μια στροφή του δρόμου: "Γιώργο, καλά;"

Και τραντάχτηκα και υγράνθηκα και απάντησα "καλά" κι εσύ κατάλαβες. Πάντα καταλαβαίνεις.

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Αν τελικά τα κάνεις όλα λάθος... ξέρεις.

https://www.youtube.com/watch?v=W3Zqglz4_dc

https://www.youtube.com/watch?v=dTZQ2IB_x7c

(πρέπει να παίζουν ταυτόχρονα, με τον ήχο στο πρώτο να είναι στο 35%)

Δε με πειράζει, αλήθεια.

Δε με πειράζει, αλήθεια, πάντα νομίζει κάποιος οτι ξέρει καλύτερα από μένα για μένα.

Αλλά δεν ξέρει.

Κανείς δεν ξέρει πως, αν είναι να κερδίσω, βάζω φωτιά στον κόσμο ολόκληρο

κερδίσω; εεε να γαμήσω εννοούσα

γαμήσω; εεε να φιλήσω εννοούσα

φιλήσω; εεε να αγαπήσω εννοούσα

αγαπήσω;

ναι, ν' αγαπήσω εννοώ

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Desireless and fading

https://www.youtube.com/watch?v=dPmxnQiYgoc
(απ' την αρχή ως το 4:44)

έχουμε αρχίσει να θυμίζουμε δολοφόνους
που γυρνάνε σε αργό κύκλο
με μαχαίρια στα χέρια
και ψάχνουνε ευκαιρία να πληγώσουν

τινάζομαι όταν επιτίθεσαι
και η λάμα σου περνά ξυστά από το θώρακά μου
αμέσως μετά, επειδή η προσπάθειά σου σε κάνει ευάλωτη
πετάω το χέρι μου για να σε κόψω

το πάτωμα γλιστράει από τα αίματα
και με το ατμοσφαιρικό φως του απογεύματος
σε ζαλίζει

μυρίζει αίμα και ιδρώτα
ακούγονται πνιχτές φωνές
και άναρθρες κραυγές όταν χτυπιέται το ψαχνό
το χέρι μου στάζει αίμα και δεν ξέρω σε ποιον ανήκει πια
δεν ξέρω αν κόπηκα ή μ' έκοψες εσύ

κάποιες φορές αλλάζουνε οι δολοφόνοι
κάποιοι λιποθυμούν ή πεθαίνουν από την αιμορραγία
και έρχονται άλλοι στη θέση τους

μερικοί φοβούνται να χτυπήσουν
μα όλοι τελικά βρίσκονται με αίματα στα χέρια

κουράζομαι και δεν καταλαβαίνω πλέον καν
ποιον θέλω να χτυπήσω κι από ποιον να φυλαχτώ
βλέπω μόνο το μωσαϊκό και καμπύλες από κόκκινο
πονάω αλλά δεν ξέρω αν έχω κουραστεί
ή αν με ανοίξανε

"είμαστε όλοι δολοφόνοι" φώναξε κάποιος κάπου κάποτε
και θέλω από τότε μια φορά κι εγώ να υψώσω τη φωνή μου
"είμαστε όλοι άνθρωποι"
"γιατί πονάνε οι πληγές μου; αφού είμαστε όλοι άνθρωποι"

μια μέρα θα γλιστρήσω στο υγρό μωσαϊκό
και θα σκύψουν από πάνω μου οι άνθρωποι

κάνε μου τη χάρη αυτή
κι αμα ποτέ αποφασίσεις να σκύψεις
κράτα μαχαίρι
γιατί κουράστηκα
χριστέ μου πόσο κουράστηκα

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

Μερικές φορές ονειρεύομαι διαστημόπλοια όταν περπατάω


Κάποτε
- όχι, δεν θα πάω στο διάστημα ή κάτι τέτοιο -
κάποτε θα ζήσω τις περιπέτειες που διαβάζω και ζηλεύω
κάποτε θα περπατήσω μεγάλες αποστάσεις και θα ανάβω φωτιά για να μαγειρέψω και θα σκαρφαλώνω βουνά που δεν γνωρίζω ακριβώς και θα μπερδεύομαι από τις συνεχόμενες και μπλεγμένες κορυφογραμμές και θα δυσκολεύομαι να βρω τον προσανατολισμό μου

άλλοτε θα έχει καλό καιρό και θα φυσάει και θα στεκόμαστε στις κορυφές να μας σπρώχνει ο αέρας
και άλλοτε θα έχει κακό καιρό και θα καλυπτόμαστε σε συστάδες δέντρων αρκετά πυκνές που τελικά στο χώμα θα φτάνουν μόνο λίγες σταγόνες

και μετά θα προχωράμε ή ίσως να είμαι μόνος μου και να προχωράω, αλλά τέλος πάντων το ταξίδι θα συνεχίζεται,

και να μια πλαγιά με περίεργα τοιχώματα
και να μια έκταση επίπεδη με χωράφια, σπαρμένα ή άδεια
και να ένας δρόμος που πηγαίνει προς ένα άνοιγμα στα βουνά
και να μια ακτή στ' αριστερά μας με την ψιλή άμμο να ταξιδεύει σα φαντάσματα από τον αέρα και τη θάλασσα να ακούγεται συνέχεια, μέρες τώρα

και τα δέντρα μας κάνουν νόημα
οι περαστικοί με κοιτούν αλλά δε με προσέχουν, δεν είμαι κάτι έξω από το τοπίο
τα φορτηγά με προσπερνούν με οχλοβοή
κάποια ζωύφια πίνουν λίγο από το αρκετό μου αίμα
από την αρκετή μου ζωή

πάντα σκεφτόμουνα με έπαρση και ψώνιο
"πιείτε, πιείτε από το αίμα μου κουνούπια, έχω τόσο πολύ, έχω τόση πολλή ζωή, πιείτε"
για αυτό δε με πειράζουν τα κουνούπια

πάντα σκέφτομαι με έπαρση και ψώνιο
"πλήγωσέ με, πληγώστε με αγαπημένοι μου, έχω τόση πολλή ζωή που δε στερεύει το αίμα απ' τις πληγές μου, ανοίχτε οπές, πιείτε το αίμα, αφήστε το να τρέξει, είναι άπειρο το αίμα"
για αυτό δε με πειράζουνε οι άνθρωποι

με έπαρση και ψώνιο, το είπα

το ταξίδι μου ή μας θα συνεχιστεί, σε πράσινα τοπία, κίτρινα, ή καφέ,
κούραση, σταμάτημα, ξεκίνημα
μέχρι να δύσει ο ήλιος
κάποιες φορές άμα με ή μας παίρνει
περπάτημα και το βράδυ
με τα τζιτζίκια ή με αυτά τα πράματα που κάνουνε χρου χρου για συντροφιά
πυγολαμπίδες άμα είμαστε τυχεροί

δεν ξέρω πως να τελειώσω το κείμενο
γιατί δεν ξέρω πως θέλω να τελειώσει το ταξίδι
θα βαρεθούμε;
θα αγαπηθούμε;
θα σκοτωθούμε;
θα κουραστούμε;
θα γυρίσουμε πίσω;
θα στερέψει το αίμα απ' τις πληγές μας;

μέχρι τώρα δεν έχω μάθει τι θα πει τέλος και αυτό είναι τρομαχτικό

Τρίτη 29 Μαΐου 2018

Μικροί θάνατοι

δεν ξέρω τι να γράψω για να περιγράψω τα συναισθήματά μου
θα πετάξω σκόρπιες λέξεις
με την ελπίδα να καταλάβει κάποιος κάτι

εχθρός
χαρά
ξεγνοιασιά
απώλεια
πίκρα
απόρριψη
καινούργιο
ξεχνώ
γήινο
γεωγραφία
ανάστατος
άστατος
λογικό
λείπει
ηρεμία

μικροί θάνατοι
οι σχέσεις που δε μας βγαίνουν
μικροί θάνατοι
οι άνθρωποι που μας ξεχνούν και τους ξεχνάμε
μικροί θάνατοι
αυτά που δεν προλάβαμε να πούμε
μικροί θάνατοι
όταν κάνουμε πως δεν περάσαμε ούτε στιγμή μαζί
μικροί θάνατοι
όταν τελειώνουνε οι άνθρωποι και παίρνουνε τη θέση τους καινούργιοι
είναι κάποιοι κάποιοι μικροί θάνατοι

κάνουμε μικρές κηδείες
μικρά μνημόσυνα
μικρές θλίψεις
μικροί τάφοι ανοίγουνε
και λέγονται μικρές προσευχές
να μην τελειώναν έτσι οι μικρές αυτές αλληλεπιδράσεις

όμως οι θάνατοι, μικροί ή μεγάλοι, είναι ανηλεείς
όταν πεθαίνει κάτι, μικρό ή μεγάλο,
μικρό το κακό
-αφού-
κάποιος μου είχε πει πως ουδείς αναντικατάστατος,

μένει να το αποδεχτώ για τον εαυτό μου λοιπόν.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Μείνε μαζί μου, πιάσε μαζί μου, κάτσε μαζί μου, σκέψου μαζί μου, μίλα μαζί μου

https://www.youtube.com/watch?v=3JRtsoZvnds

1 - Στη Βουλιαγμένης, βράδυ (ομπβς), απέναντι από τη μεριά της Ειρήνης, λίγο πιο κάτω από το σπιτι του Παναγιώτη, στο Ελληνικό. Απέναντι μου τα 24ωρα έβερεστ, με όσους πελάτες ακριβώς πρέπει να έχουνε τέτοιες ώρες: 2 άτομα, έναν γέρο που δεν μπορείς καν να φανταστείς γιατί είναι στα έβερεστ με καφέ 3 το βράδυ στη μέση του πουθενά και έναν ταξιτζή που αγόρασε ένα στάχτινο σάντουιτς για να παραστήσει τον είμαι-καλά-σας-πάω-όπου-θέλετε ταρίφα, άμα βρει κούρσα, όταν βρει κούρσα, μέχρι να σχολάσει.Εσύ βρέθηκες να περιμένεις το βραδυνό λεωφορείο που θα σε πάει κοντά στο σπίτι (αλλά όχι στο σπίτι). Περνούν τα αμάξια, αλλάζουν οι ταρίφες μα τα σάντουιτς μένουν ίδια, ο γέρος πίνει από το αιώνιο κύπελλο καφέ, λες για μια ζωή, και τη μονοτονία σπάει μόνο κανένας που βαριέται να περιμένει το φανάρι και περνάει με κόκκινο. Μα δεν έχει σημασία, τέτοιες ώρες τα χρώματα είναι όλα ίδια.

2 - Στην άσφαλτο της σπιάτζας, μόλις έχεις φύγει από το σπίτι του Ρωμανού και λες να κάνεις μια βόλτα πριν πας σπίτι. Ή μπορεί να γυρνάς από το νταραβέρι, ή μπορεί να γύρισες απ' το Κατάκολο και να άργησες να φτάσεις. Ορισμένα σημεία της δημοσιάς, γιατί της ταιριάζει η ονομασία "δημοσιά", είναι θεοσκότεινα, κυριολεκτικά πίσσα, σκοντάφτεις στις λακούβες του δρόμου και μόνο από εμπειρία πια, ή από τύχη, δεν πέφτεις στα χόρτα δεξιά κι αριστερά. Μα ποτέ δε φοβήθηκες μην πάθεις τίποτα στη σπιάτζα. Ο ρομαντισμός γεννήθηκε και πέθανε σ' αυτά τα λίγα χιλιόμετρα αυθαιρέτων και ψιλής άμμου. Ο δικός σου ρομαντισμός τουλάχιστον. Που και που αμάξια προς τη μια ή την άλλη πλευρά, που και που όμως. Κανένα μηχανάκι με διαλυμένη εξάτμιση ίσως. Και πάντα η σοκαριστική ακουστική. Ο ήχος του αμαξιού ή της μηχανής να ξεκινά από πολύ μακριά, πολύ πολύ, θα νόμιζες οτι τον άκουσες με το που ξεκίνησε από Κατάκολο, και με το που σε περνάει, μένει στον αέρα για εξίσου μεγάλο διάστημα, μένει και μένει λες και το φάντασμα του πλανιέται στις στροφές των τσιμεντολίθινων ερειπίων και των καλαμιών. Μέχρι που ο ήχος της θάλασσας τον καταπίνει. Τέτοιες ώρες, εκεί, όλους τους ήχους τους καταπίνει η θάλασσα.

3 - Στον επαρχιακό δρόμο που ενώνει τη χώρα με το κάμπινγκ. Ή το ξενοδοχείο. Ή την παραλία που έχεις στήσει. Τα μαγαζιά όλα κλειστά, και όσο φεύγεις απ' τη χώρα αραιώνουν. Μετά μένουν λίγα σπίτια ακόμα, ή πολύ πλούσια ή πολύ φτωχά, και μετά χώμα, χωράφια αν το νησί έχει νερό ή απλά ξερές πέτρες, κίτρινα χόρτα. Είναι αργά το απόγευμα και γυρνάς για να μπανιαριστείς και να ετοιμαστείς για να ξαναβγείς. Μπορεί να είσαι στην Ανάφη, μπορεί στην Ίο, μπορεί στην Αντίπαρο, μπορεί σε άλλο νησί, μπορεί σε ξένη χώρα. Δε μιλάνε τα χωράφια, δεν έχουν νόμισμα ή ταυτότητα τα ξεραμένα χόρτα, δεν έχει σημασία πως ονομάσανε τη χώρα κάποιοι που δε γνώρισες ποτέ. Δεν έχει σημασία για την ιστορία σου τουλάχιστον. Έχεις αρκετό δρόμο αλλά δεν πειράζει, το καλοκαίρι συνήθως ο χρόνος είναι αρκετός. Έχεις για οδηγό την άσπρη ξεθωριασμένη γραμμή στο πλάι του δρόμου γιατί, με τόσο ήλιο όλη μέρα, δεν μπορείς πια να κοιτάς ευθεία, μόνο κάτω. Περπατάς και όταν κλείνουν οι πλαγιές ή όταν αντέχεις, ρίχνεις μια ματιά. Η μαγεία του τοπίου αυτού δε συνηθίζεται, όσες μέρες κι αν περάσεις εκεί. Κάποιο πλοίο της γραμμής έρχεται ή φεύγει. Κάποιος ψαρεύει πέρα στα ανοιχτά. Φυσάει και οι εκτάσεις με τα κίτρινα χόρτα κυμματίζουν. Τα αυτιά σου σφυρίζουν απ' τον αέρα αλλά δε σε πειράζει, για σήμερα τα ακουστικά δεν έχουν θέση στο κεφάλι σου. Είναι δροσερός αέρας, κι ευτυχώς, γιατί έχεις καεί. Θα πας και θα αλλάξεις και σε λίγες ώρες, στο σκοτάδι, με παράξενα χρωματιστά φώτα θα χορεύεις ή θα αγκαλιάζεις ή θα ακουμπιέσαι ή θα πίνεις ή θα φωνάζεις ή θα γελάς ή όλα μαζί. Μάλλον όλα μαζί. Σε λίγες ώρες το καλοκαίρι σου θα χτυπάει κόκκινο. Μα για τώρα, με κουρασμένα πόδια, ακολουθάς την γραμμή στο πλάι του δρόμου και θα έλεγε κανείς οτι σε χαιδεύει όλος ο κόσμος για να σε ξεκουράσει. Τέτοιες ώρες, όλος ο κόσμος σε χαιδεύει και κανείς δε θα σου πει να βιαστείς.

4 - Στο παράθυρο του σπιτιού σου, στην μπαλκονόπορτα πιο σωστά, που την έχεις αφήσει ανοιχτή για να μπαίνει αέρας και να βγαίνει το βλέμμα σου όταν ψάχνεις παρηγοριά. Πήγε αργά κι εσύ ακούς μουσική και τα αμάξια στη Θηβών που περνούν πιο συχνά απ' όσο θα ήθελες αλλά όχι πιο συχνά απ' όσο αντέχεις. Ατμοσφαιρική μουσική και καλά, με όσα λιγότερα ρούχα μπορείς, κοιτάς μια την οθόνη, μια το δρόμο. Θέλεις παρέα ή δεν ξέρεις τι θέλεις. Αλλά κάτι ψάχνεις. Μια με τα μάτια, μια με το στόμα, μια με το χέρι, μια με τη φαντασία. Ψάχνεις. Όσο κοιτάς έξω είναι καλά, όσο ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει θα φέρει και αυτό που θες. Αναρωτιέσαι αν θα το πάρεις, αν θα καταφέρεις να μην το χάσεις πάλι. Αναρωτιέσαι τι έγινε λάθος, τι έγινε σωστό, αγνοώντας, λόγω έλλειψης εμπειρίας και ίσως εξυπνάδας, πως η ζωή είναι μια ρόδα που γυρίζει αλλά αυτό δε σημαίνει πως ο άξονάς της μένει σταθερός. Όμως δεν πειράζει, ή θα μάθεις ή όχι, τις μέρες που ανοίγεις την μπαλκονόπορτα σημαίνει πως ψάχνεις, τις μέρες που ψάχνεις, συνήθως βρίσκεις. Μπορεί όχι αυτό που θες αλλά κάτι για να αντέξεις και να συνεχίσεις το ψάξιμο. Έχεις δει ατυχήματα στη Θηβών, μεθυσμένους, ποδήλατα, κόρνες, κόντρες, σούζες, περαστικούς από το τελευταίο μετρό, ταξί να αφήνουν κόσμο, έχεις δει όλη τη ζωή και ακόμα αναρωτιέσαι που βρίσκεται. Εμένα μου φαίνεται πως βρίσκεται κάπου στα πεζοδρόμια της Θηβών, στα αμάξια με τη δυνατή μουσική, σ' αυτούς που δε φορούν κράνος και σπάνε το κεφάλι τους στο διάζωμα, σ' αυτές που τα τακούνια τους σπάνε τη σιωπή σαν πιστολιές, στο φαινόμενο ντόπλερ που πάντα το θυμάσαι σε ανάλογες στιγμές. Τέτοιες ώρες όμως, η φυσική δεν αρκεί να ερμηνεύσει τον κόσμο.

Τέτοιες ώρες είναι καλό να σκέφτεσαι πως όλα θα πάνε καλά. Εγώ, σήμερα το βράδυ, 14 Μαΐου 2018, σκέφτομαι πως ίσως τελικά όλα θα πάνε καλά.


Τρίτη 8 Μαΐου 2018

Οι Συνειδητοποιήσεις της Θεσσαλονίκης

Νούμερο ένα

Κουράστηκα να ταξιδεύω μόνος μου. Μπορώ να το κάνω αλλά ειδικά αυτό το 6ωρο ταξίδι δεν μπορώ πια να το βιώνω μόνος, χωρίς να μπορώ να ακουμπήσω το πόδι κάποιου στη διπλανή θέση, χωρίς να μπορώ να πω κάτι χαζό, χωρίς να μπορώ να νιώθω λίγη ασφάλεια στο ταξίδι, με το χέρι χωμένο εκεί που έχω παραχώσει το πορτοφόλι μου.

Νούμερο δύο

Η Θεσσαλονίκη είναι όμορφη αλλά η ομορφιά πάει χέρι χέρι με τις σκέψεις που κάνεις, δεν είναι τελείως ανεξάρτητη. Η Θεσσαλονίκη πλέον δεν είναι τόσο όμορφη, είναι κάπως παράξενη, κάπως νωχελική και προβληματισμένη, κάπως δύσκολη, ειδικά όσο πάω προς τα ανατολικά. Η Θεσσαλονίκη είναι πια το πανέμορφο κορίτσι που συναντάς τυχαία στο δρόμο, που το συμπαθείς, που το κοιτάς στα μάτια και που σου αρέσει το φόρεμά του, το πανέμορφο κορίτσι που συμπαθείς και θα μπορούσες ίσως να περάσεις πολύ καλά μαζί του αλλά αυτό έχει τις δουλειές του, εσύ τις δικιές σου και τελικά η τυχαία σας συνάντηση σου αφήνει γλυκόπικρη γεύση όσο εσύ συνεχίζεις το δρόμο σου κι αυτή επιστρέφει στις δουλειές της.

Νούμερο τρία

Οι αναμνήσεις μου δεν αρκούν πια. Όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη, γενικά. Μου είναι τεράστια ανάγκη να δημιουργήσω καινούργιες, δυνατές, έντονες, Ελευθεριακές αναμνήσεις. Δε μου αρκεί να τριγυρνώ σε στενά και να θυμάμαι τι συνέβη εκεί πριν χρόνια, πριν μήνες, πριν γίνω έτσι. Θέλω να δημιουργώ νέες αναμνήσεις, νέες προσθήκες, και κυρίως, Ελευθερία, θέλω όταν βγαίνουμε να μη βγαίνουμε για το γαμώτο, θέλω να βγαίνουμε για να δημιουργούμε νέες αναμνήσεις.

Νούμερο τέσσερα

Ο έρωτάς μου είναι πολύ πολύ έντονος και πολύ πολύ προβληματικός και πρέπει να αντιμετωπιστεί. Ούτε η άρνηση φτάνει, ούτε οι υποχωρήσεις, ούτε το να μη βλέπω οτι δε με γουστάρεις πια.

Νούμερο πέντε

Δεν θα ξαναπάω στη Θεσσαλονίκη (ή οπουδήποτε αλλού) αν δεν έχω κάποιον καλό λόγο να πάω. Τώρα τι λέμε καλό λόγο, είναι συζήτηση για άλλο ποστ.

Βαθμός ταξιδιού: 3.5/10
high: 8 (πάρτυ αστεροσκοπείου)
low: 0 (εκδήλωση της ΧΑΝΘ στην παραλία, χοτ ντογκ, hangover και bruno mars)

Πέμπτη 3 Μαΐου 2018

Γάμησέ με στο μυαλό, γάμησέ μου το μυαλό, εγώ νιανιά δεν είμαι, βλάκα

Τώρα που θα λείψω 2-3 μέρες
λιγο και ταυτόχρονα πολύ
θα αφήσω εδώ κάτι να διαβάζεις
κλασικός κύκλος: διαβάζεις - άρα ενδιαφέρεσαι - άρα διαβάζεις
πρώτα ενδιαφέρθηκες ή πρώτα διαβασες; ποιος ξέρει;
εδώ δεν ξέρω καν αν διαβάζεις, θα ξέρω αν ενδιαφέρεσαι;

Αν μου κολλούσανε πιστόλι στο κεφάλι θα έλεγα ναι, αλλά εγώ είμαι και βαθειά αισιόδοξος,
κάποιες φορές σε σημείο ανοησίας

Τέλος πάντων.

Όταν ξανασυναντηθούμε θα κάνω κάτι που δε θα σ' αρέσει
στο λέω από τώρα για να μην έχουμε παρεξηγήσεις

δηλαδή αν μου κολλούσανε πιστόλι στο κεφάλι εγώ θα έλεγα οτι σ' αρέσει αλλά εγώ είμαι και βαθειά αισιόδοξος

θα σου κάνω πολλά πράγματα
ξέρεις γιατί;
υπάρχουνε τρεις λόγοι
ο πρώτος είναι γιατί μ' αρέσει
ο δεύτερος είναι γιατί σ' αρέσει
ο τρίτος
και ο πιο σημαντικός
είναι γιατί έχουμε γίνει ξενέρωτοι
πολλές αγάπες και πολλά λουλούδια και πολύ ασφάλεια και πολύ νιανιά
καλό και το νιανιά εγώ στηρίζω νιανιά φουλ, νομίζω το ξέρεις
αλλά μη γίνουμε και ξενέρωτοι

για αυτό λοιπόν
όταν ξανασυναντηθούμε
θα αποτραβηχτούμε σε μια όσο το δυνατόν πιο αθέατη γωνία
κατά προτίμηση κλειστός χώρος αλλά εγώ δεν έχω και θέμα
και εκεί θα αφοσιωθούμε ο ένας στον άλλον
σα να μη γνωριζόμαστε, μπορείς να ημιξεχάσεις ποιος είμαι για 1-2 ώρες;
σα να μη συμπαθιόμαστε, μπορείς να τσαντιστείς μαζί μου για 1-2 ώρες;
σα να μη μας κρατάει τίποτα, μπορείς να κάνεις σαν να μη σε κρατάει τίποτα για 1-2 ώρες;

everything goes σ' αυτές τις καταστάσεις
οπότε ξαναγυρνάω στην αρχή και ξαναλέω
πως όταν συναντηθούμε θα κάνω πράγματα που (δεν) θα σ' αρέσουν
και στο λέω από τώρα για να ξέρεις κι εσύ τι στάση να κρατήσεις (wordplay much?)
αλλά ξενέρωτοι δε θα επιτρέψω να γίνουμε

άσε άσε, σου λέω έχω πολλές ιδέες, η φαντασία μου σ' αυτά οργιάζει

μια τελευταία σκέψη μου για σένα
αν άλλαζαν θέση το μυαλό σου με το σώμα σου
πιστεύω το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς το ίδιο
δε θέλω να γαμηθώ ή με το ένα ή με το άλλο
θα ήθελα και με τα δύο παρακαλώ

Αλλά αν μου κολλούσανε πιστόλι στο κεφάλι θα διάλεγα το πρώτο, θύμισέ μου αν σε ψήνει, να σου πω κάτι για αυτό όταν ξανασυναντηθούμε

Δευτέρα 30 Απριλίου 2018

Αυτό λέμε όλοι

https://www.youtube.com/watch?v=WCZ0SOjkQaE

Οι λέξεις κουράζουν, κούρασαν, θα κουράσουν.

Όλο και κάποιος θα θέλει να συζητήσει κάτι. Να μιλήσουμε για το τάδε πράγμα, να πούμε για εκείνο το συναίσθημα, να περιγράψουμε κάτι, να πούμε κάτι να περάσει η ώρα.

Πολλές φορές μιλάς και δεν παίρνω καμία έξτρα πληροφορία.

Με κούρασαν οι συζητήσεις, δε θέλω να μιλάμε άλλο. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι επικοινωνίας, γιατί συνέχεια χρησιμοποιούμε τον ίδιο; Όλο μιλάμε. Βαρέθηκα να μιλάω, βαρέθηκα να γράφω. Βαρέθηκα τις λέξεις, τις προτάσεις, τις παύσεις, τα νοήματα που πρέπει να περιγραφούν ακριβώς, βαρέθηκα λέξεις όπως και, σίγουρα, ο,τι, όπως, καταρχής, γενικά, συνήθως, περίπου, περίεργο, κυρίως, ανέκαθεν, βαρέθηκα τις λέξεις αλλά πιο πολύ βαρέθηκα τις λέξεις που λέγονται για να γεμίσουν.

Θέλω να βρούμε κινήσεις να αντικαταστήσουν τις λέξεις.
Όταν θα θέλω να σου ξεκινήσω μια φράση δε θα λέω καταρχάς, θα σου στρώνω το μαλλί πίσω από το αυτί σου.
Όταν θέλω να πω κάτι σίγουρο θα σε κοιτάω στα μάτια τελείως σταθερά.
Όταν θέλω να γενικεύσω θα βηματίζω πάνω κάτω.
Όταν θέλω να πω κάτι αδιάφορο δε θα λέω τίποτα.
και τα λοιπά

Δε θέλω να μιλάω άλλο, δεν θέλω να ξαναβγεί συλλαβή από το στόμα μου μέχρι να γεμίσω. Θέλω μόνο να μιλάω όταν θα θέλω να περιγράφω τη χαρά μου. Μόνο τότε χαίρομαι αληθινά να λέω λέξεις.

Καμία συζήτηση αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να με ευχαριστήσει.

θέλω να κάνω τα πάντα

δε θέλω να πω τίποτα

 

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

Τα χέρια κουρασμένα σκάβουν και η αρμύρα τσούζει στα μάτια. Όλο σκάβουν τα χέρια, όλο τσούζουν τα μάτια. Στην παραλία περνάμε φίνα, ακούς;

https://www.youtube.com/watch?v=C1Zb4KdcdL8

Δεν είμαι έτοιμος να ζήσω στο μέλλον, αυτό καταλαβαίνω όσο μεγαλώνω.

Χρειάζομαι ακόμα τη δεκαετία 95-05, χρειάζομαι ακόμα το στενό δίπλα στο σπίτι, την εφηβεία μου, το μουστάκι της φίλης της αδερφής μου που ήταν πολύ μικρή για να το βγάλει, την κατασκήνωση που ήμουνα πολύ έξυπνος για να πάω, το σχολείο μου, μου λείπει ακόμα το σχολείο μου και οι έννοιες όπως μπούλινγκ ή ξύλο ή ναρκωτικά που ήταν άγνωστες εκεί,

μου λείπουν ακόμα τα πρώτα λεωφορεία που πήρα, το πρώτο λεωφορείο που πήρα να ξέρετε ήταν το 730 όταν έφτανε μέχρι την Ομόνοια από την κάτω μεριά, και υπήρχε ακόμα Β13 και τα λεωφορεία τα γκρι τα παλιά με τα ξύλινα καθίσματα, άραγε τα θυμάται κανείς αυτά;

μπλέξαμε, ή μάλλον έμπλεξα, με νέους για να ρουφήξω τη νεανικότητά τους αλλά ακόμα μου λείπουνε τα παλιά μου πράγματα, οι κασέτες, γιατί να μου λείπουν οι κασέτες; τα αντεγραμμένα σιντί στο χάι φάι που άκουγα πολίς και χοροπήδαγα στην πάνω κουκέτα γιατί είχαμε κουκέτες,

μου λείπουν οι εποχές γιατί ήταν αθώες; ή μου λείπουν οι εποχές γιατί ήμουν αθώος; μάλλον το δεύτερο. Αλλά ήμουν όντως αθώος. Τότε πίστευα οτι δεν θα πλήγωνα ποτέ κανέναν, οτι όλα θα φτιάξουν όπως όταν πήρα πανεύκολα το προφίσενσι, ή όταν μου πέταξε ένα κεραμίδι ένας φίλος μου και μου κοψε το πόδι και μετά δεν το θυμόμουνα καν

αλλά τι τα θυμάμαι τώρα αυτά; έχουν τελειώσει, μόνο όταν ακούω τέτοια μουσική λίγο, ή όταν ακούω τον ήχο που κάνουν τα κουμπιά από τα παλιά κασετόφωνα, θυμάμαι

και στεναχωριέμαι λίγο, όχι γιατί θέλω το χρόνο να γυρίσει πίσω, φακ δεν είμαι ηλίθιος, αυτό δε γίνεται,

αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε τα όμορφα χαρακτηριστικά των καιρών εκείνων και να τα ζούμε ακόμα;

γιατί δεν ακούμε μουσική σαν καινούργιοι; γιατί δεν βγαίνουμε για βόλτες; γιατί δεν παίζουμε παιχνίδια; γιατί δεν καθόμαστε ως αργά το βράδυ έξω συζητώντας; γιατί δε μας νοιάζει τίποτα πια; γιατί πεθαίνουνε οι γύρω μας; γιατί πεθαίνουμε εμείς; γιατί δεν πάμε πια για φαί κάπου μακριά; γιατί δεν ξενυχτάμε σε 24ωρα μαγαζιά; γιατί δε μιλάμε στο τηλέφωνο; γιατί δεν αγαπιόμαστε; γιατί δεν κάνουμε βόλτες με τ' αμάξι αργά το βράδυ ακούγοντας ραδιόφωνο; γιατί δεν γράφουμε με σπρέυ "διαβασε ρε, μπορείς;" γιατί φοράμε γυαλιά ηλίου συνέχεια; γιατί τα σκαλοπάτια μας φαίνονται βρώμικα συνέχεια; γιατί δεν φωνάζουμε δυνατά στο δρόμο παρά μόνο όταν μεθάμε; γιατί μεθάμε με τόσα νεύρα ή με τόση αδιαφορία; γιατί δε χορεύουμε ρε; γιατί δεν κάνουμε πάρτυ; γιατί δε μας φαίνεται ενδιαφέρον πια το Σύνταγμα; γιατί όλοι κοιμόμαστε σπίτια μας ή στους/στις γκόμενους/γκόμενες μας; γιατί δεν πάμε διακοπές πολλοί μαζί; γιατί βαριόμαστε τόσο πολύ στο μετρό; γιατί συζητάμε όλο για βαρετά πράγματα; γιατί δεν κουτσομπολεύουμε πια; γιατί δεν κάνουμε ολυμπιακούς; γιατί δεν τρέχουμε ποτέ; γιατί διψάμε συνέχεια; γιατί πεινάμε λιγότερο;

γιατί δεν βλέπουμε πια γιουροβίζιον;

γιατί δεν βλέπουμε πια ειρωνικά τηλεόραση;

γιατί δε μας πειράζει πια η ζέστη;

γιατί μας πειράζει τόσο το κρύο;

γιατί δεν πάμε στη θάλασσα πια;

Ίσως εκεί να βρούμε πάλι τη χαμένη μας όρεξη, τα θαμμένα μας παιχνίδια στη άμμο. Ίσως αν τα βρούμε, καταφέρουμε να ξαναχτίσουμε τα κάστρα μας, κι ας έχει ανέβει πια το κύμα ως το λαιμό μας. Δεν έχουμε πνιγεί ακόμα ρε γαμώτο. Κι άμα χτίσουμε γερά κάστρα στην άμμο, έστω και λίγο, δε μπορεί, θα την καθυστερήσουμε την παλίρροια.